13.1.11

Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ, Ursula K. Le Guin

Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σε δύο πλανήτες, τον Γιούρας και τον πλανήτη δορυφόρο του, την Ανάρες. Το πολιτικό σύστημα του πρώτου είναι ο Καπιταλισμός και του δεύτερου η Αναρχία. Διαφορές, λιγότερο ομοιότητες, παρουσιάζονται κατά την περιγραφή του τρόπου ζωής και των πόλεων των δύο πλανητών. Κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση είναι ένας επιστήμονας φυσικός που έρχεται αντιμέτωπος με τις αδυναμίες και των δύο πολιτικών συστημάτων.

Ο πλανήτης Γη έχει πληγεί. Οι διακρίσεις μεταξύ χωρών, παραδόσεων και εθίμων έχουν εξαλειφθεί. Η επιβίωση του ανθρώπινου είδους και το οικολογικό πρόβλημα του πλανήτη βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Το αστικό τοπίο είναι πλήρως ισοπεδωμένο. Η λύση σε μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία δίνεται ακριβώς από τις νέες τεχνολογίες που θα ανακουφίσουν τον ανθρώπινο πόνο. Το περίπτερο της Ελλάδας για την Expo2100 θα είναι ένα περίπτερο “πλαστικής ευτυχίας”.

Αποστολία Σοφιάδη


Πλανήτης Ανάρες

«Υπήρχε ένας τοίχος. Δε φαινόταν σημαντικός. Ήταν χτισμένος από ακανόνιστα κομμένες πέτρες κολλημένες με τσιμέντο. Ένας ενήλικος άνετα θα μπορούσε να δει από πάνω του, ενώ ακόμη κι ένα παιδί ήταν δυνατόν να τον σκαρφαλώσει. Στο σημείο όπου διασταυρωνόταν με το δρόμο αντί να χει μια πύλη χαμήλωνε βαθμιαία σ’ έναν απλό γεωμετρικό όγκο, μια γραμμή, μια ιδέα συνόρου. Ιδέα όμως αληθινή και γι’ αυτό σημαντική . […]

Αν κοίταζες από τη μια, ο τοίχος περιέκλειε μια γυμνή έκταση εξήντα εκταρίων που ονομαζόταν «Λιμάνι της Ανάρες». Σ’ αυτήν την έκταση υπήρχαν δύο ανυψωτικά μηχανήματα, ένα πεδίο εκτόξευσης και προσγείωσης, τρεις αποθήκες, ένα γκαράζ για φορτηγά κι ένα υπνωτήριο. Δεν υπήρχαν ούτε κήποι, ούτε παιδιά. Το υπνωτήριο έδειχνε στέρεο, βρόμικο, πένθιμο. Σχεδόν κανείς δεν έμενε εκεί. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για καραντίνα. Ο τοίχος δεν περίκλειε μόνο το πεδίο προσγείωσης, αλλά και τα πλοία που κατέβαιναν από το διάστημα, τους ανθρώπους που ταξίδευαν με αυτά, τους κόσμους από τους οποίους προέρχονταν, όλο το υπόλοιπο σύμπαν. Ναι, περιέκλειε το σύμπαν, αφήνοντας την Ανάρες απέξω, ελεύθερη.» (Le Guin 2008, σελ. 29)

«Αν κοίταζες όμως από την άλλη πλευρά, ο τοίχος περιέβαλλε την Ανάρες: όλος ο πλανήτης βρισκόταν μέσα του, ένα τεράστιο στρατόπεδο φυλακισμένων, αποκομμένο απ’ τους άλλους κόσμους και τους άλλους ανθρώπους, σε καραντίνα.» […] (Le Guin 2008, σελ. 30)

[…] «Όπως η γυναίκα δεν ήξερε να διαλύσει το πλήθος, έτσι κι εκείνοι δεν ήξεραν να το σχηματίσουν. Μέλη μιας κοινότητας κι όχι στοιχεία κάποιου συνόλου δεν διαπνέονταν από συναισθήματα μάζας: υπήρχαν τόσα συναισθήματα ξεχωριστά όσο και άνθρωποι. Και καθώς δεν είχαν συνηθίσει να δέχονται αυθαίρετες διαταγές, έτσι δεν είχαν συνηθίσει και να μην υπακούουν.» […](Le Guin 2008, σελ. 32)

[…] «Ήταν η έρημος όπως φαινόταν από τα βουνά που σχημάτιζαν τη Μεγάλη Κοιλάδα. […] Η πετρώδης έρημος δεν ήταν πια πλάτωμα, αλλά γούπατο, σαν μια τεράστια γαβάθα γεμάτη ήλιο» […](Le Guin 2008, σελ. 34)

«Παρότι οι μακριές νοτιοανατολικές παραλίες της ήταν γόνιμες και τροφοδοτούσαν πολυάριθμες αλιευτικές και γεωργικές κοινότητες, η καλλιεργήσιμη έκταση ωστόσο δεν ήταν παρά μια απλή λωρίδα γης κατά μήκος της θάλασσας. Πέρα από αυτή, προς τα ανατολικά και μέχρι τις αχανείς νοτιοδυτικές πεδιάδες, εκτεινόταν μια περιοχή που ονομαζόταν Σκόνη.

Κατά τη διάρκεια της προηγουμένης γεωλογικής περιόδου, η Σκόνη ήταν ένα τεράστιο δάσος από Χόλουμ, αυτό το πανταχού παρόν και κυρίαρχο φυτικό είδος στην Ανάρες. Το σημερινό κλίμα όμως ήταν ζεστό και ξηρό. Χιλιετίες ξηρασίας είχαν σκοτώσει τα δέντρα και είχαν μετατρέψει το έδαφος σε μια λεπτή, γκρίζα σκόνη , που στο παραμικρό φύσημα του ανέμου σηκωνόταν και σχημάτιζε αμμόλοφους. Οι Αναρεσιανοί ήλπιζαν να αποκαταστήσουν τη γονιμότητα αυτού του ακατάπαυστα κινούμενου εδάφους αναδασώνοντας το.» […] (Le Guin 2008, σελ. 81)

«Η δυστυχία είναι η ανθρώπινη συνθήκη.[…] Μια κοινωνία μπορεί να καταργήσει μόνο την κοινωνική δυστυχία» (Le Guin 2008, σελ. 97)

[ΣΕΠΑΔ] «[…] Δεν ασκεί καμιά εξουσία. Δεν έχει κανένα δικαίωμα ούτε να με υποστηρίξει ούτε να με εμποδίσει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να με ενημερώνει για τη στάση της κοινής γνώμης απέναντι μου. […] Δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα για τον Γιούρας. Τον φοβούνται και δεν επιθυμούν πάρε δώσε με ιδιοκτήτες». (Le Guin 2008, σελ. 116)

«Στην άγονη Ανάρες οι κοινότητες αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν σε μεγάλες αποστάσεις η μια από την άλλη, για να βρίσκονται κοντά στις ελάχιστες πηγές ενέργειας. […]» . (Le Guin 2008, σελ. 139)

«[…] ήταν οι μεγάλοι παραβολικοί καθρέφτες που τροφοδοτούσαν με ηλιακή ενέργεια τα διυλιστήρια του Αμπενάι. […]. Κι οι δρόμοι πλατιοί, μεγάλοι και καθαροί. Δεν υπήρχε σκιά, γιατί το Αμπενάι βρισκόταν το πολύ τριάντα μοίρες βορείως του Ισημερινού και όλα τα κτίρια ήταν χαμηλά, εκτός από τις λεπτές, αλλά στέρεες ανεμοτουρμπίνες. Ο ήλιος έλαμπε λευκός σε σκληρό, σκοτεινό, βιολετί ουρανό. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή, χωρίς καπνό κι υγρασία.

Στο Αμπενάι υπήρχε ό,τι ακριβώς υπήρχε σε κάθε οντονιανή κοινότητα αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό: εργαστήρια…. […] Τα μεγαλύτερα κτίρια ήταν ομαδοποιημένα γύρω από τετράγωνες πλατείες κι έδιναν στην πόλη τη μορφή κυψέλης: μια σειρά από υποενότητες και γειτονιές η μια μετά την άλλη. Η βαριά βιομηχανία και τα εργοστάσια παραγωγής τροφίμων βρίσκονταν στα περίχωρα της πόλης, που η κυψελοειδής δομή επαναλαμβανόταν, καθώς μικρότερα εργοστάσια υψώνονταν το ένα μετά το άλλο γύρω από μικρότερες πλατείες και στενότερους δρόμους. Η πρώτη γειτονιά που διέσχισε ο Σέβεκ ήταν μια σειρά από τέτοιες πλατείες όπου ήταν εγκατεστημένες οι μονάδες παραγωγής υφασμάτων […]. Στη μέση της κάθε πλατείας υπήρχαν ψηλά δοκάρια στα οποία οι εργαζόμενοι είχαν κρεμάσει λάβαρα και υφασμάτινες ταινίες χρωματισμένες από τους βαφείς […]. Αλλά κανένα τους δεν είχε πάνω από έναν όροφο εξαιτίας των συχνών σεισμών. Τα περισσότερα έμοιαζαν μεταξύ τους, χτισμένα καθώς ήταν αποκλειστικά από πέτρα και μπετόν. Είχαν μικρά παράθυρα, αλλά πολλά γιατί δεν παρεχόταν τεχνητός φωτισμός απ’την ανατολή του ηλίου μέχρι τη Δύση». (Le Guin 2008, σελ. 140-141)

«[…] αλλά η αρχή της οργανικής οικονομίας απαραίτητη για τη λειτουργικότητα της κοινωνίας, επηρέαζε βαθύτατα την ηθική και την αισθητική. «Η υπερβολή είναι περίττωμα» είχε γράψει η Όντο στην Αναλογία, «και το περίττωμα που μένει στο κορμί γίνεται δηλητήριο». (Le Guin 2008, σελ. 142)

«Η ΚΑΤΕΡΓ, με τους υπολογιστές της και τα τεράστια συντονιστικά της καθήκοντα, έπιανε ένα ολόκληρο τετράγωνο∙ τα κτίρια της ήταν θαυμάσια, επιβλητικά, σύμφωνα με τα αναρεσιανά πρότυπα, με λεπτές γραμμές και αδρές. Μέσα ο Κεντρικός Καταμερισμός είχε ψηλά ταβάνια κι έμοιαζε λίγο με αποθήκη, γεμάτη ανθρώπους και κίνηση. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με αφίσες για τις θέσεις εργασίας και πινακίδες που οδηγούσαν στα διάφορα γραφεία.» […] (Le Guin 2008, σελ. 333)

Πλανήτης Γιούρας

«Οι πύργοι της πόλης υψώνονταν στην ομίχλη σαν μεγάλες σκάλες γαλαζόχρωμου φωτός. Φωτισμένα τρένα περνούσαν από πάνω τους ουρλιάζοντας. Χοντροί τοίχοι από πέτρα και γυαλί υψώνονταν στους δρόμους γύρω από τα αυτοκίνητα και λεωφορεία. Πέτρα, ατσάλι, ηλεκτρικά φώτα. Καθόλου πρόσωπα.

Του έδειχναν διάφορα κτίρια, αλλά εξαιτίας της ομίχλης δεν μπορούσε να διακρίνει ποιο από αυτά τα χλομά, μεγάλα, επιβλητικά κτίσματα ήταν το Εθνικό Μουσείο, ποιο το Διευθυντήριο, ποιο η Γερουσία […] (Le Guin 2008, σελ. 52-53)

[…] «Από ό,τι φάνηκε, έκλειναν κι οι δύο μέσα τους μια γυναίκα, μια καταπιεσμένη σιωπηλή, αποκτηνωμένη γυναίκα, ένα θηρίο στο κλουβί. Δε θέλησε να τους ενοχλήσει. Δε γνώριζαν άλλη σχέση από την κατοχή. Αλλά ήταν κι οι ίδιοι κατεχόμενοι. «Mια όμορφη ενάρετη γυναίκα είναι έμπνευση για μας. Είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο» (Le Guin 2008, σελ. 114)

[Το Πανεπιστήμιο] […] «δεν δεχόταν παρά μόνο άντρες, ήταν απίστευτα πολυτελές». (Le Guin 2008, σελ. 122)

«Το ίδρυμα αντίθετα ήταν νέο: είχε κτιστεί πριν από δέκα χρόνια με το πολυτελές, αλλά κομψό στιλ της εποχής. Σαν αρχιτεκτόνημα ήταν εντυπωσιακό. Είχαν χρησιμοποιηθεί τεράστιες ποσότητες χρωμάτων. Το ύψος και τα μεγέθη ήταν υπερβολικά μεγάλα – τα εργαστήρια ευρύχωρα και ευάερα, τα απαραίτητα σχεδιαστήρια και μηχανουργεία, κρυμμένα μέσα σε υπέροχες στοές με αψίδες και κίονες νεοσετιανού ρυθμού. Τα υπόστεγα των σκαφών ήταν κάτι πολύχρωμοι θόλοι ευήλιοι και φαντασμαγορικοί». (Le Guin 2008, σελ. 126)

«Όλοι τους σχεδίαζαν να κάνουν καριέρα στο πανεπιστήμιο ή τη βιομηχανία και όσα τους μάθαιναν δεν ήταν γι’αυτούς παρά ένα μέσο για […] την επιτυχημένη σταδιοδρομία». (Le Guin 2008, σελ. 175)

[…] «Ήταν μια μεγάλη χώρα στο Δυτικό Ημισφαίριο με ψηλά βουνά και άγονες σαβάνες, αραιοκατοικημένη και φτωχή» (Le Guin 2008, σελ. 258)

«Η Νίο Εσέια ήταν μια πόλη πέντε εκατομμυρίων ψυχών, ύψωνε τους λεπτούς λαμπερούς πύργους της πάνω από τα πράσινα βαλτοτόπια των εκβολών ενός ποταμού λες κι ήταν χτισμένη από ομίχλη και ήλιο. Καθώς το τρένο γλιστρούσε απαλά πλησιάζοντας, η πόλη γινόταν όλο και πιο ψηλή, πιο φωτεινή, πιο ογκώδης, μέχρι που η αμαξοστοιχία μπήκε ξαφνικά σε ένα υπόγειο τούνελ από όπου περνούσαν είκοσι παράλληλες σιδηροτροχιές. Όταν ξαναβρήκε βρισκόταν στον πελώριο και κατάφωτο Κεντρικό Σταθμό, κάτω από ένα θόλο φτιαγμένο από γαλάζιο ελεφαντόδοντο, που, από ό,τι έλεγαν, ήταν ο πιο μεγάλος που είχε κτιστεί ποτέ από άνθρωπο σε οποιονδήποτε πλανήτη». (Le Guin 2008, σελ. 265)

«[…], όπου θεμελιώδης ηθική αρχή δεν ήταν η αλληλεγγύη, αλλά το αλληλοφάγωμα. Η σκέψη τον τρόμαξε λίγο». (Le Guin 2008, σελ. 265)

«Το διαμέρισμα της ήταν μεγάλο και πολυτελές, με θέα τα πολύχρωμα φώτα της Νίο, και ολότελα άσπρο, ακόμη και τα χαλιά». […] (Le Guin 2008, σελ. 277)

[…] «Δεν είχε δει ποτέ ποντίκια, στρατόπεδα, τρελοκομεία, πτωχοκομεία, ενεχυροδανειστήρια, εκτελέσεις, κλέφτες, λαϊκές πολυκατοικίες, φοροεισπράκτορες, ανθρώπους που ήθελαν να δουλέψουν, αλλά δεν έβρισκαν δουλειά, μωρά νεκρά σε λάκκους» (Le Guin 2008, σελ. 351)

«Η Ροντάρεντ, παλιά πρωτεύουσα της επαρχίας Άβαν, ήταν μια μυτερή πόλη: ένα δάσος από πεύκα, και πάνω από τα πευκόδεντρα ένα ακόμη ψηλότερο δάσος από πύργους. Οι δρόμοι της ήταν σκοτεινοί και στενοί, χορταριασμένοι, συχνά καταχνιασμένοι από δέντρα. Οι εφτά γέφυρες που ένωναν τις δύο όχθες του ποταμού, ήταν τα μόνα σημεία από όπου μπορούσες να δεις, κοιτάζοντας ψηλά, τις κορυφές των πύργων. Μερικές ήταν εκατοντάδες πόδια ψηλές, άλλες απλά μπουμπούκια, σαν σπίτια έτοιμα να πετάξουν άνθη. Μερικές ήταν πέτρινες, άλλες από πορσελάνη, μωσαϊκό, χρωματισμένο γυαλί, χαλκό, τσίγκο ή χρυσάφι, στολισμένες απίστευτα, λεπτές, στραφταλιστές. […] στο Κάστρο του Ποταμού, που κρυβόταν ανάμεσα στον αυτοκινητόδρομο της Νίο και το ποτάμι, και αποτελούνταν από ένα μάλλον χαμηλό πύργο με τετράγωνη στέγη και κάθετα στενά παράθυρα, σαν στενά μισόκλειστα μάτια. Οι [μαύροι] τοίχοι αντιστέκονταν στα όπλα και τις κακοκαιρίες εδώ και δεκατέσσερις αιώνες. Προς την πλευρά του δρόμου υψώνονταν συστάδες δέντρων και ανάμεσα τους μια κινητή γέφυρα πάνω από την τάφρο. […] και τα ρολόγια όλων των πύργων της Ροντάρεντ […]».(Le Guin 2008, σελ. 408-409)






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου