. ΜΠΑΛΑΡΝΤΗ ΠΛΗΜΜΥΡΑ
Τίτλος πρωτοτύπου: J. G. Ballard, The Drowned world, 1962
Μετάφραση ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΤΗΣ
Εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1993
Σε λίγο η ζέστη θα γινόταν υπερβολική. Από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου, λίγο μετά τις οχτώ το πρωί, ο Κέρανς κοιτούσε τον ήλιο που ανέβαινε πίσω από τα πυκνά δάση των γιγάντιων γυμνόσπερμων που φαίνονταν πάνω από τις στέγες των εγκαταλειμμένων μαγαζιών, τετρακόσια μέτρα πιο πέρα, στην ανατολική όχθη της λίμνης. Ακόμη και μέσα από την πυκνή λαδοπράσινη βλάστηση η αδυσώπητη δύναμή του ήταν εντελώς απτή. Οι διαθλώμενες, στομωμένες ακτίνες έπαιζαν ταμπούρλο στο γυμνό στήθος και στους ώμους του, αποσπώντας του τις πρώτες σταγόνες ιδρώτα. Ο Κέρανς φόρεσε τα χοντρά μαύρα γυαλιά για να προστατεύσει τα μάτια του. Ο ηλιακός δίσκος δεν ήταν πια μια σφαίρα με καθαρό περίγραμμα αλλά μια πλατιά, διαστελλόμενη έλλειψη που απλωνόταν στον ανατολικό ορίζοντα σαν κολοσσιαία πύρινη μπάλα. Η αντανάκλασή του μεταμόρφωνε τη νεκρή, μολυβένια επιφάνεια της λίμνης σε αστραφτερή χάλκινη ασπίδα. Ως το μεσημέρι, σε λιγότερο από τέσσερις ώρες, θα νόμιζες ότι το νερό φλεγόταν.
(σελ 23)
[…] ο σταθμός και η στρατιωτική συνοδεία προχωρούσαν αργά προς το βορρά μέσα από τις συνδεδεμένες λίμνες που σκέπαζαν την Ευρώπη […] οι περισσότεροι απ΄ όσους ζούσαν ακόμη στις βυθιζόμενες πολιτείες είτε ήταν ψυχοπαθείς είτε υπέφεραν από την ασιτία και τις ασθένειες που προκαλούν οι ακτινοβολίες. […] Πολλοί από τους ανθρώπους που συναντούσαν χρειάζονταν άμεση περίθαλψη πριν σταλούν με το ελικόπτερο σε κάποιο από τα μεγάλα στρατιωτικά μεταγωγικά που μετέφεραν τους πρόσφυγες στο Καμπ Μπερντ. Πληγωμένους στρατιωτικούς που είχαν ξεμείνει σε απομονωμένα γραφεία κάποιου έρημου βάλτου, ερημίτες που πέθαιναν ανίκανοι να ξεχωρίσουν την ταυτότητά τους από τις πολιτείες όπου είχαν περάσει όλη τους την ζωή, αποκαρδιωμένους κλέφτες που είχαν ξεμείνει πίσω για να λεηλατήσουν βουτώντας στα έρημα κτίρια […]
(σελ29)
Καθώς ο ήλιος σηκωνόταν πάνω από τη λίμνη στέλνοντας σύννεφα ατμού στην απέραντη χρυσαφένια θολούρα, ο Κέρανς αισθάνθηκε τη φοβερή βρώμα που ανάδινε το νερό στις όχθες, τις γλυκερές συμπυκνωμένες μυρωδιές των σάπιων φυτών και των ψοφιμιών. Τεράστιες μύγες πετούσαν γύρω τους χτυπώντας στο συρμάτινο πλέγμα του σκάφους και γιγάντιες νυχτερίδες έτρεχαν πάνω από το νερό που ζεσταινόταν γοργά για να κρυφτούν στις φωλιές τους στα ερειπωμένα κτίρια. Η λίμνη φάνταζε όμορφη και γαλήνια από το μπαλκόνι του πριν από λίγα λεπτά, αλλά ο Κέρανς συνειδητοποιούσε τώρα ότι δεν ήταν παρά ένας βάλτος γεμάτος σκουπίδια.
(σελ 30)
Σε όλο το μήκος του ποταμού, σκαρφαλωμένα στα παράθυρα των γραφείων και των καταστημάτων, τα ιγουάνα παρακολουθούσαν το πέρασμά τους κουνώντας άτσαλα τα σκληρά, παγωμένα τους κεφάλια. […] Όπως έδειχνε η έδρα τους στις αλλοτινές αίθουσες συνεδριάσεων, τα ερπετά είχαν καταλάβει την πόλη. Γι΄ άλλη μια φορά αποτελούσαν τη δεσπόζουσα μορφή ζωής.
(σελ. 36-37)
Είκοσι μέτρα πιο κάτω από το σκάφος ένας ίσιος δρόμος εκτεινόταν ανάμεσα στα κτίρια, υπόλειμμα κάποιας παλιάς λεωφόρου. Τα σκουριασμένα καμπούρικα κελύφη των αυτοκινήτων έστεκαν ακόμη στα πεζοδρόμια. Πολλές λίμνες στο κέντρο της πόλης ήταν κυκλωμένες από έναν ανέπαφο δακτύλιο κτιρίων και συνεπώς εκεί μέσα δεν είχε εισχωρήσει πολλή λάσπη. Ελεύθερα από βλάστηση, εκτός από μερικές περιπλανώμενες συστάδες σαργάσσων, καταστήματα και δρόμοι είχαν διατηρήσει την ακεραιότητά τους, σαν καθρέφτισμα σε λίμνη που κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο είχε χάσει την πηγή του.
(σελ 37-38)
Με την εξαίρεση μερικών πιο ηλικιωμένων, όπως ο Μπόντκιν, κανείς από τους υπόλοιπους δεν είχε ζήσει εκεί –αλλά ακόμη και στα παιδικά χρόνια του Μπόντκιν οι πόλεις ήταν πολιορκημένα φρούρια, κυκλωμένα από τεράστια αναχώματα και διαλυμένα από την απελπισία και τον πανικό, απρόθυμες Βενετίες παντρεμένες με την θάλασσα. Η γοητεία και η ομορφιά τους βρίσκονταν ακριβώς στο γεγονός ότι τώρα ήταν άδειες, παράξενη ένωση δύο ακραίων καταστάσεων της φύσης, παρατεταμένες κορόνες σκεπασμένες από άγριες ορχιδέες.
(σελ 40)
[…] Το κτίριο είχε λεηλατηθεί. […] Όπου τρύπωνε το φως του ήλιου, οι γυμνές σανίδες των εσωτερικών τοιχωμάτων ήταν μπερδεμένες με κάθε είδους αναρριχητικά και ο αρχικός ιστός του κτιρίου λες και υποστηριζόταν αποκλειστικά από τον πλούτο της βλάστησης που γέμιζε όλα τα δωμάτια και τους διαδρόμους.
(σελ 87)
-Ξέρεις που βρισκόμαστε; ρώτησε έπειτα από μια παύση. Ξέρεις το όνομα αυτής της πόλης; Όταν ο Κέρανς κούνησε το κεφάλι αρνητικά, συνέχισε. Ένα μέρος της ονομαζόταν Λονδίνο· όχι πως έχει καμιά σημασία. Πάντως, όσο κι αν σου φανεί παράξενο, εγώ γεννήθηκα εδώ. Χτες πήγα στην παλιά πανεπιστημιούπολη· τώρα είναι μια μάζα μικρών καναλιών, κατόρθωσα όμως να εντοπίσω το εργαστήριο όπου δίδασκε κάποτε ο πατέρας μου. Φύγαμε όταν ήμουν στα έξι […] Όταν φύγαμε από δω, η ζωή μας έγινε εντελώς νομαδική, από μιαν άποψη αυτή η πόλη είναι το μόνο σπίτι που γνώρισα… […]
(σελ 103)
[…] κοίταξε τη διαστελλόμενη έλλειψη του ήλιου που μόλις ξεπρόβαλε από τη στέγη πίσω τους. Το λαδοπράσινο φως που περνούσε μέσα από τις πυκνές φτέρες γέμιζε τη λίμνη μ΄ένα κιτρινωπό, βαλτώδες μίασμα, που σάλευε πάνω από την επιφάνεια σαν αναθυμιάσεις τεράστιας βούτας. Λίγες στιγμές πιο πριν το νερό φάνταζε δροσερό και ελκυστικό, αλλά τώρα είχε γίνει ένας κόσμος κλειστός, επιφάνεια ενός φράγματος ανάμεσα σε δυο διαστάσεις.
(σελ 131-132)
-Ρόμπερτ! Σταμάτα τους! Είναι φριχτό! […]Τα μάτια της κοιτούσαν ορθάνοιχτα την αναδυόμενη πολιτεία και μια έκφραση απέχθειας χάραζε το τεντωμένο της πρόσωπο, αηδιασμένο από την έντονη, αψιά οσμή των εκτεθειμένων φυκιών, από τη θέα των υγρών, σκεπασμένων με πεταλίδες σκουπιδιών. Βρομισμένες γλίνες κρέμονταν από τα διασταυρούμενα τηλεφωνικά καλώδια και τις ξεκολλημένες φωτεινές επιγραφές κι ένα λεπτό στρώμα λάσπης έντυνε τα πρόσωπα των κτιρίων, μετατρέποντας την άλλοτε καθάρια ομορφιά της υποβρύχιας πόλης σε στεγνωμένο, μολυσμένο υπόνομο.[…]
-Μα όλα είναι απαίσια! Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ζούσαν άνθρωποι εδώ. Μοιάζει με φανταστική πόλη της Κόλασης. Ρόμπερτ, έχω ανάγκη τη λίμνη.
(σελ 153-154, 157)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου