13.1.11

Τα ημερολόγια των άστρων



Τίτλος: Τα ημερολόγια των άστρων
Συγγραφέας: Stanislaw Lem
Εκδόσεις: ποταμός
Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς
Έτος έκδοσης: 2000
Φοιτήτρια: Γεωργιάδου Δέσποινα


Το βιβλίο περιγράφει τα ταξίδια του διαστημικού πιλότου Ίον Τίχι στο διάστημα, ταξίδια στο χώρο (πλανήτες, αστερισμοί) αλλά και στο χρόνο (μέλλον και παρελθόν).Ο Ίον συναντά πολλούς πλανήτες, "πολιτισμούς" και πολλές πόλεις, υποθαλάσσιες, υπόγειες, λαστιχένιες, διαφανείς, τεχνολογικά εξελιγμένες και φουτουρστικές.

Αποσπάσματα:

σελ 56: "Αφέθηκα να με οδηγήσουν στα ενδότερα, μέσα απο κρυστάλλινους διαδρόμους. Αόρατα φράγματα, ή κάτι παρόμοιο, άνοιγαν μόνα τους, με μελωδικούς αναστεναγμούς, μόλις φτάναμε μπροστά τους. Κατεβήκαμε σκάλες, ανεβήκαμε κυλιόμενους διαδρόμους μετά πάλι προς τα κάτω..."
"Σταματήσαμε και το γυάλινο σκέπασμα του οχήματος άνοιξε. Στεκόμουν στη βάση της αίθουσας Γενικής Συνελεύσεως. Το αμφιθέατρο είχε σχήμα χωνιού. Οι κερκίδες ανέβαιναν με μεγάλη κλίση, και πάνω τους οι θέσεις, απόλυτα, εκτυφλωτικά λευκές. Στο βάθος, οι μικροσκοπικές σιλουέτες των αντιπροσώπων έμοιαζαν πιτσιλιές σμαραγδένιες, χρυσαφιές, βυσσινιές πάνω στα σπειροειδή σεντεφένια επίπεδα."

σελ 103-104: " Συνέχισα να περπατάω. Τα προάστια δεν έδειχναν και πολύ φιλικά. Πλάι σε άθλιες, σκουριασμένες καλύβες, κάθονταν ομάδες ρομπότ που έπαιζαν μονά -ζυγά. "
"Λίγο πιο κάτω, έφτασα σε μία στάση του τρόλεϊ. Ήρθε ένα τρόλεϊ σχεδόν άδειο και ανέβηκα. Ο οδηγός αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της μηχανής και τα χέρια του ήταν βιδωμένα στο τιμόνι, ενώ ο εισπράκτορας, βιδωτός σε ένα σημείο κοντά στην είδοδο, αποτελούσε ταυτοχρόνως και την πόρτα. Κινιόταν μόνο γύρω απ'τους μεντεσέδες του."

σελ 117-118: "Με έβαλαν σε ένα ημιφορτηγό και με πήγαν συνοδεία στο Σιδηρούν Παλάτιον, την κατοικία του Κομπιούτερ. Ανεβήκαμε τα μεγαλειώδη, ανοξείδωτα σκαλοπάτια, διασχίσαμε αίθουσες διακοσμημένες με λογής-λογής καλώδια και φτάσαμε σε μία τεράστια αίθουσα δίχως παράθυρα. Οι φρουροί αποσύρθηκαν και μ'άφησαν μόνο μου. Στη μέση της αίθουσας, μία μαύρη κουρτίνα κρεμόταν από το ταβάνι κι έφτανε ως το πάτωμα· δημιουργούσε ένα τετράγωνο που κάλυπτε το κέντρο του χώρου."

σελ 136-137: "Ο πύραυλος είχε καθίσει σε ένα ευρύχωρο ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από ένα γαλάζιο δάσος. Πάνω από τα δέντρα με το πλούσιο φύλλωμα, πηδούσαν και στριφογύριζαν με εξαιρετική ταχύτητα κάτι πλάσματα πράσινα σαν σμαράγδια. Μόλις εμφανίστηκα, μια αγέλη ζώων έτρεξε να κρυφτεί μέσα στους μωβ θάμνους· τα ζώα αυτά έμοιαζαν αρκετά με ανθρώπους, αν εξαιρέσει κανείς ότι το δέρμα τους ήταν γυαλιστερό και μπλε, σαν ζαφείρι."

σελ 153-154: "Οι κάτοικοι του πλανήτη τσαλαβουτούσαν στους δρόμους, και κάθε τόσο έβγαιναν στην επιφάνεια να πάρουν αέρα. Οι τοίχοι των σπιτιών ήταν γυάλινοι και μπορούσες να δεις μέσα· λίγο-πολύ, όλα τα δωμάτια ήταν μισογεμάτα νερό. Κάποια στιγμή, το όχημά μας σταμάτησε σε μια διασταύρωση, κοντά σε κάποιο κτίριο με την επιγραφή "Γενική Διεύθυνση Αρδέυσεως", κι από τα ανοιχτά παράθυρα ακουγόταν το γαργάρισμα των υπαλλήλων. Στις πλατείες έστεκαν πανύψηλα αγάλματα ψαριών, στεφανωμένα με φύκια."
"Ύστερα διαπλεύσαμε μια τεράστια λεωφόρο, διακοσμημένη με μεγαλοπρεπή πορτρέτα ψαριών και πολύχρωμα πλακάτ: "Εμπρός να οικοδομήσουμε την υδάτινη κοινωνία", "Με μεγάλες απλωτές θα νικήσουμε την ξηρασία" και άλλα που δεν πρόλαβα να διαβάσω. Τελικά, η βάρκα άραξε μπροστά από έναν γιγάντιο ουρανοξύστη. Η πρόσοψη ήταν διακοσμημένη με γιρλάντες, και πάνω από την είσοδο έλαμπαν σμαραγδένιες οι λέξεις "Έλεύθερη Υδατική Ιχθύεια". Το ασανσέρ, που έμοιαζε με ενυδρείο, μας ανέβασε στον δέκατο όροφο. Με οδήγησαν σε ένα γραφείο γεμάτο νερό, που κάλυπτε και το τραπέζι, και μου είπαν να περιμένω. Τα πάντα ήταν ταπετσαρισμένα με υπέροχα σμαραγδένια λέπια."

σελ 177: (για τον πλανήτη Εντεροπία)
Αρχιτεκτονική: Προσαρμοσμένη στις ωχαμάνες - φουσκωτή, σωληνωτή, μουτζαλόμορφη, λαστιχόπυργοι, οι υψηλότεροι φτάνουν τα 130 καταστρώματα. Στους τεχνητούς δορυφόρους, τα κτίσματα είνα κατά κανόνα ωοειδή."

σελ 185-186: "Πίσω από το τεχνητό φεγγάρι, ξεκινά μια μεγάλη διαστημική λεωφόρος, καλοδιατηρημένη, με μεγάλες πινακίδες και στις δύο πλευρές, που στην κάθε μία είναι γραμμένο ένα γράμμα. Απέχουν μεταξύ τους αρκετές χιλιάδες μίλια, αλλά με κανονική ταχύτητα διαβάζεις μια χαρά τις λέξεις, σαν να είναι πρωτοσέλιδο εφημερίδας."

σελ 187: "Στάθηκα για λίγο, απολαμβάνοντας το υπέροχο θέαμα της πόλης στο σούρουπο. Ο κόκκινος ήλιος χανόταν στον ορίζοντα. Οι Αρδρίτες δεν χρησιμοποιούν τεχνητό φωτισμό, φωτίζονται οι ίδιοι. Η Λεωφόρος Μρορ, στην οποία βρισκόμουν, έλαμπε στο φως των περαστικών· μια περαστική νεαρή Αρδρίτισσα έγινε όλο φιλάρεσκες χρυσές ρίγες μέσα απ'το αμπαζούρ της, ύστερα όμως συνειδητοποιώντας προφανώς πως ήμουν ξένος, θάμπωσε όλο συστολή.
Παντού γύρω μου τα σπίτια αστραφτοκοπούσαν, καθώς οι ένοικοι επέστρεφαν από τις δουλειές τους· μέσα στους ναούς έλαμπαν τα πλήθη που προσεύχονταν· παιδιά ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες, σαν παλαβά ουράνια τόξα. Το θέαμα ήταν τόσο συναρπαστικό, τόσο πολύχρωμο, που δεν ήθελα να φύγω, έπρεπε όμως να προλάβω το Γκάλαξ ανοιχτό."

σελ 203-204: "Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένα βυτιοφόρο. Άδειασε στο χώρο μία παχύρευστη ουσία κατακόκκινη, στο χρώμα του κερασιού, ώσπου σχηματίστηκε μια ογκώδης μπάλα· αμέσως μετά, έχωσαν σωλήνες μέσα σ'αυτήν τη σαρκώδη και αχνιστή μάζα και άρχισαν να τρομπάρουν αέρα. Η κόκκινη μπάλα μεταμορφώθηκε σε μπουρμπουλήθρα κι άρχισε να φουσκώνει με φοβερή ταχύτητα. Ένα λεπτό αργότερα, είχε μετατραπεί σε ένα πιστό αντίγραφο του κτιρίου του θεάτρου, με τη διαφορά ότι ήταν ακόμη μαλακό, γιατί ανέμιζε με την απογευματινή αύρα. Μέσα σε πέντε λεπτά, όμως, το νέο φουσκωτό κτίριο είχε σκληρύνει· τη στιγμή εκείνη, ένας μετεωρίτης γκρέμισε το μισό ταβάνι. Ξαναέφτιαξαν λοιπόν το ταβάνι, οι πόρτες άνοιξαν και οι θεατές μπήκαν στο θέατρο....Ρώτησα τον διπλανό μου τι ακριβώς είναι αυτή η ουσία που χρησιμοποίησαν για να ξαναφτιάξουν το θέατρο· μου απάντησε πως επρόκειτο για την περίφημη αρδρίτικη μαγική λαστίχα."

σελ 226: "Έριξα μια ματιά τριγύρω. Βρισκόμασταν σε μια απέραντη αίθουσα, στο μέγεθος μιας μικρής πόλης, χωρίς παράθυρα και με την πανύψηλη οροφή βαμμένη στο χρώμα του ουρανού. Δίσκοι, πανομοιότυποι με αυτόν στον οποίον προσγειώθηκα εγώ, ήταν απλωμένοι στη σειρά, ο ένας δίπλα στον άλλον, άλλοι αδειανοί και άλλοι γεμάτοι κόσμο."

σελ 229: "Το γραφείο μου ήταν τεράστιο και επιπλωμένο με την τελευταία λέξη της μόδας - δηλαδή, τα έπιπλα ήταν διαφανή. Η λέξη "διαφανή" δεν είναι και τόσο ακριβής· στην πραγματικότητα, οι περισσότερες καρέκλες ήταν τελείως αόρατες, ενώ όταν κάθισα στο γραφείο μου, τα χαρτιά, που ήταν ακουμπισμένα επάνω, αποτελούσαν τη μοναδική ένδειξη σχετικά με το που βρισκόταν η επιφάνειά του. Καθώς δεν έσκυβα πάνω απ'το γραφείο, έβλεπα συνεχώς τα πόδια μου και το ριγέ μου παντελόνι· οι ρίγες με εμπόδιζαν να συγκεντρωθώ, και τελικά τους έβαλα να βάψουν όλα τα έπιπλα, ώστε να φαίνονται. Τότε, όμως, αποδείχτηκε πως οι καρέκλες και τα τραπέζια είχαν εξαιρετικά ηλίθια σχήματα, καθώς δεν είχαν σχεδιαστεί για να τα βλέπει κανείς. Στο τέλος αντικαταστάθηκαν τα πάντα με αντίκες από το δεύτερο μισό του εικοστού τρίτου αιώνα - μόνον τότε ηρέμησα."

σελ 279: "Βρέθηκα στο άκρο μιας περιοχής που έμοιαζε σαν καλλιεργημένο χωράφι, μόνο που τα φυτά δεν είχαν σχέση ούτε με ηλιοτρόπια ούτε με ραπανάκια. Δεν ήταν καν φυτά - ήταν κομοδίνα, δηλαδή έπιπλα. Σαν να μην έφτανε αυτό, ανάμεσά τους, σε παράλληλες σειρές, υπήρχαν συρταριέρες και σκαμνάκια."

σελ 280 "Όταν δοκίμασα να ανοίξω το κοντινότερο κομοδίνο, κόντεψε να μου φάει το χέρι με το συρτάρι του που ήταν όλο δόντια. Το ακριβώς διπλανό του κομοδίνο τρεμόπαιζε με το αεράκι, σαν να ήταν από ζελέ, κι ένα από τα σκαμνάκια μού έβαλε τρικλοποδιά και βρέθηκα στο έδαφος."

σελ 281: "Ύστερα από αρκετή προσπάθεια βρήκα μια εντελώς ήμερη πολυθρόνα και κάθισα να ξεκουραστώ. Καθόμουν στη σκιά κάτι μεγάλων άγριων κομοδίνων που είχαν πετάξει πολλές κρεμάστρες, όταν σε λιγότερο από τριάντα μέτρα απόσταση κάτι κορνίζες κουνήθηκαν κι ανάμεσά τους ξεπρόβαλε πρώτα το εκεφάλι και μετά το σώμα ενός πλάσματος."

σελ 321: "Όπως είχα σωστά μαντέψει, ο διάδρομος αυτός αποτελούσε μέρος του αχρηστευμένου πια αποχετευτικού συστήματος της μητρόπολης που ορθωνόταν από πάνω μας, με τα χιλιάδες ερειπωμένα της κτίρια."
"Ο δρόμος μας περνούσε μέσα από έναν λαβύρινθο υπονόμων φωτισμένων από αδύναμες λάμπες, που μερικές φορές περνούσαν σε κοπάδι πάνω απ'τα κεφάλια μας και άλλες φορές, όταν κάποιος τούς σφύριζε, τραβούσαν προς την κεφαλή της πομπής μας, διασχίζοντας το κοίλο ταβάνι."

σελ 331: "Οι μοναχοί έστριψαν σε μια παράκαμψη και φτάσαμε στον αγωγό που οδηγούσε πάλι στο υπέδαφος. Εκεί, ανάμεσα στις καμάρες ενός υδραγωγείου, βρισκόταν ένα μικρό κτίριο βαμμένο σμαραγδί και χρυσό... Το κτίριο δεν είχε παράθυρα, αλλά ημιδιαφανείς τοίχους, που το φως τούς περνούσε σαν να ήταν βιτρώ."

σελ 333 : "Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένοι από ένα γαλάζιο φως που περνούσε μέσα από τους τοίχους και την οροφή."



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου