[…] ωστόσο η πόλη δεν ένιωθε ούτε το ψύχος ούτε τη θερμότητα. Δεν είχε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, ήταν η ίδια ένας ολόκληρος κόσμος. σελ. 7
[…] Ακόμα οι τεχνικές τους περιπέτειες μπορεί να εκτυλίσσονταν ευχάριστα στο εσωτερικό της πόλης, σε υπόγεια σπήλαια ή σε μικρές κομψές κοιλάδες τριγυρισμένες από βουνά που άφηναν έξω όλο τον υπόλοιπο κόσμο. σελ. 18
[…] Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, εκτός από έναν λαμπερό τοίχο, πάνω στον οποίο μια παλίρροια από χρώματα ζωήρευε κι έσβηνε, καθώς ο Άλβιν πάλευε με τα όνειρά του, ένα μέρος του σχεδίου τον ικανοποίησε είχε αγαπήσει τις ανάερες γραμμές των βουνών, όπως αναπηδούσαν έξω από την θάλασσα. Υπήρχε σ’ εκείνες τις ανερχόμενες καμπύλες δύναμη και περηφάνια, τις είχε μελετήσει πολύ καιρό και τελικά τροφοδότησε με αυτές τη μονάδα μνήμης του σκεπτογράφου, όπου θα παρέμεναν όσο θα καταπιανόταν με το υπόλοιπο μέρος της εικόνας. Κάτι ακόμα του ξέφευγε, αν και δεν ήξερε τι. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να γεμίσει τις λευκές επιφάνειες, καθώς η συσκευή διάβαζε μέσα στο μυαλό του τα φωτεινά σχέδια και κατόπιν τα υλοποιούσε πάνω στον τοίχο. Δεν γινόταν τίποτα. Οι γραμμές ήταν λεκιασμένες κι αβέβαιες, τα χρώματα θολά κι ανούσια. Αν ο καλλιτέχνης δεν ήξερε τον στόχο του, ακόμα και τα πιο θαυμαστά εργαλεία δεν θα μπορούσαν να τον πραγματοποιήσουν. σελ. 20
[…] Το φώς πλημμύρισε πάλι το δωμάτιο, και το φωτεινό ορθογώνιο όπου είχε σχεδιάσει τα όνειρά του συγχωνεύτηκε με τα γύρω επίπεδα για να γίνει ένα με τους άλλους τοίχους. Επρόκειτο όμως για τοίχους; Για τον καθένα που δεν είχε δει ποτέ πριν ένα τέτοιο μέρος, ήταν πραγματικά πολύ ιδιόρρυθμο δωμάτιο. Ήταν απόλυτα άδειο, χωρίς χαρακτηριστικά και χωρίς καθόλου επίπλωση, έτσι που φαινόταν σαν να στεκόταν ο Άλβιν στο κέντρο μιας σφαίρας. Αόρατες διαχωριστικές γραμμές χώριζαν τους τοίχους από το πάτωμα ή το ταβάνι. Δεν υπήρχε τίποτα που να σταματούσε το μάτι, ο χώρος που περιέβαλλε τον Άλβιν θα ήταν δέκα μίλια πλατύς, όσο που μπορούσε να φτάσει η αίσθηση της όρασης. Ήταν δύσκολο ν’ αντισταθείς στον πειρασμό να περπατήσεις μ’ απλωμένα τα χέρια, για ν’ ανακαλύψεις τα φυσικά όρια του αλλόκοτου αυτού μέρους.
Ωστόσο τέτοια δωμάτια είχαν γίνει «το σπίτι» για τους περισσότερους ανθρώπους στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Ο Άλβιν έπρεπε μόνο να κάνει την κατάλληλη σκέψη, και οι τοίχοι θα μεταβάλλονταν σε παράθυρα, ανοιχτά σ’ οποιαδήποτε περιοχή της πόλης ήθελε. Μια άλλη ευχή, και συσκευές που δεν είχε δει ποτέ του θα γέμιζαν το δωμάτιο, υλοποιώντας τη σκέψη του, με κάθε είδους επίπλωση που χρειαζόταν. Αν αυτά αποτελούσαν «την πραγματικότητα» ή όχι, ήταν ένα πρόβλημα που λίγους είχε απασχολήσει εδώ και ένα δισεκατομμύριο χρόνια. Βέβαια, δεν ήταν λιγότερο πραγματικά από την απατηλή, συμπαγή ύλη και, όταν δεν θα χρειάζονταν πια, θα γύριζαν στο φανταστικό κόσμο των Τραπεζών Μνήμης της πόλης. Όπως καθετί άλλο στο Ντίασπαρ, ποτέ δεν πάλιωναν –και ποτέ δεν άλλαζαν μορφή, εκτός αν τα υλικά εξαφανιζόντουσαν με μια προμελετημένη ευχή. σελ. 22
[…] Έξω από τους τοίχους του Ντίασπαρ δεν υπάρχει τίποτα, εκτός από την έρημο, που γι’ αυτή μιλούν οι μύθοι μας. σελ. 25
[…] Ο πιο πολύς πληθυσμός κοιμάται στις Τράπεζες Μνήμης, περιμένοντας το σήμα που θα τον καλέσει στην κατάσταση της ύπαρξης για άλλη μια φορά. Έτσι έχουμε συνέχεια –έστω εναλλασσόμενη αθανασία και όχι στασιμότητα. σελ. 28
[…] Ο τοίχος τρεμούλιασε ανοίγοντας σ’ ένα μέρος του προς τα έξω, καθώς εκείνος βάδιζε στο διάδρομο, και τα διαλυμένα κομμάτια εμπόδιζαν το διάβα το, σαν να φυσούσε ένας ελαφρύς άνεμος στο πρόσωπό του. […] Το δωμάτιό του ήταν σχεδόν στο κεντρικό επίπεδο της πόλης και μία μικρή δίοδος τον έφερε έξω σε μια ελικοειδή κατηφοριά, που τον οδήγησε κάτω στο δρόμο. Αγνόησε το κινούμενο οδόστρωμα κι έπιασε το στενό πεζοδρόμιο. σελ. 30
[…] Οι καλλιτέχνες της πόλης συνήθιζαν –και καθένας στο Ντίασπαρ ήταν καλλιτέχνης κάποια εποχή- να εκθέτουν πρόσφατες εργασίες τους σ’ όλο το μάκρος της πλευράς των κινούμενων δρόμων, έτσι που οι περαστικοί θα μπορούσαν να θαυμάσουν τα έργα τους. σελ. 31
[…] Όλοι οι δρόμοι, κινούμενοι και ακίνητοι, τελείωναν όταν έφταναν στο πάρκο που ήταν η πράσινη καρδιά της πόλης. Εδώ, σε μια κυκλική έκταση με διάμετρο τρία μίλια υπήρχε η ανάμνηση του τι ήταν Γη πριν από την εποχή που η έρημος κατάπιε τα πάντα εκτός από το Ντίασπαρ.
Στην αρχή υπήρχε μια πλατιά ζώνη πρασινάδας, έπειτα χαμηλά δέντρα που όλο και πύκνωναν όπως έμπαινες στη σκιά τους. Τότε το έδαφος κατηφόριζε απαλά, έτσι που, όταν έβγαινες από το πυκνό δάσος, όλη η θέα της πόλης είχε χαθεί, κρυμμένη από το παραπέτασμα των δέντρων.
Το πλατύ ρεύμα που απλωνόταν μπροστά στον Άλβιν ονομαζόταν απλώς το Ποτάμι. Δεν είχε και δεν χρειαζόταν άλλο όνομα. Κατά διαστήματα περνούσε στενές γέφυρες και κυλούσε γύρω από το πάρκο σ’ έναν πλήρη κλειστό κύκλο που τον διέκοπταν τυχαίοι ορμίσκοι. σελ. 32
[…] Σε λίγο το έδαφος άρχισε πάλι ν’ ανηφορίζει ο Άλβιν πλησίαζε το μικρό λόφο που υψωνόταν ακριβώς στη μέση του πάρκου και φυσικά και της πόλης. […] Υπήρχαν μερικές αρχιτεκτονικές μορφές που δεν άλλαζαν ποτέ, γιατί είχαν φτάσει στην τελειότητα. Το Μνημείο του Γιάρλαν Ζέυ ίσως ήταν σχεδιασμένο από τους αρχιτέκτονες ναών των πρώτων πολιτισμών που γνώρισε ο άνθρωπος, παρόλο που δεν θα είχαν τη δυνατότητα να φανταστούν από τι υλικό είχε γίνει. Η οροφή ήταν ανοιχτή προς τον ουρανό και η απλή αίθουσα είχε στρωθεί με μεγάλες πλάκες που μόνο στην πρώτη ματιά έμοιαζαν με φυσική πέτρα. Για χιλιάδες χρονικές περιόδους τα πόδια των ανθρώπων είχαν πατήσει επανειλημμένα αυτό το πάτωμα και δεν άφησαν το παραμικρό ίχνος στην ακατανόητη, σκληρή ύλη του. […] Από αυτή την πλεονεκτική θέση ο Άλβιν μπορούσε να δει καθαρά μπροστά του το πάρκο, πιο πάνω το παραπέτασμα των δέντρων και πέρα η πόλη. Τα κοντινότερα κτίρια απείχαν σχεδόν δυο μίλια και σχημάτιζαν μια χαμηλή ζώνη που κύκλωνε ολόγυρα το πάρκο. Μακρύτερα σε αλλεπάλληλες σειρές που όλο και ψήλωναν, ήταν οι πύργοι και οι ταράτσες που αποτελούσαν τον κύριο όγκο της πόλης. Απλώνονταν για πολλά μίλια, σκαρφαλώνοντας αργά προς τον ουρανό, ενώ γίνονταν περισσότερο πολύπλοκα και σαν μνημεία επιβλητικά. Το Ντίασπαρ είχε σχεδιασθεί σαν κάτι το ζωντανό ήταν μια μοναδικά ισχυρή μηχανή. Ωστόσο, παρόλο που η εξωτερική του εμφάνιση ήταν σχεδόν καταθλιπτική εξαιτίας της πολυπλοκότητας του, δημιουργούσε καθαρά την αίσθηση με τα κρυμμένα θαύματα της τεχνολογίας της ότι, χωρίς αυτά, όλα τα τεράστια κτίρια θα ήταν τάφοι χωρίς ζωή.
Ο Άλβιν παρατήρησε γύρω τα σύνορα του κόσμου του. Δέκα είκοσι μίλια μακριά, οι λεπτομέρειες τους, χαμένες στην απόσταση, αποτελούσαν τις τελευταίες επάλξεις της πόλης που πάνω τους φαινόταν να ξεκουράζεται η στέγη του ουρανού. Πιο πέρα δεν υπήρχε τίποτα, ολότελα τίποτα εκτός από ένα οδυνηρό κενό της ερήμου όπου ο άνθρωπος γρήγορα τρελαίνεται. σελ. 37
[…] Ξάπλωνε για ώρες στα άυλα χέρια ενός πεδίου αντιβαρύτητας, ενώ η συσκευή υπνώσεως άνοιγε το μυαλό του στο παρελθόν. Όταν η εγγραφή τελείωνε, η μηχανή θα διαλυόταν και θα εξαφανιζόταν –αλλά ο Άλβιν έμενε ακόμα ξαπλωμένος κοιτάζοντας την ανυπαρξία, προτού γυρίσει πίσω μέσα από τους αιώνες, για να συναντήσει πάλι την πραγματικότητα. σελ. 41
[…] Δεν του έκανε ερωτήσεις –πράγμα ασυνήθιστο-, καθώς το ταχύτατο οδόστρωμα τους μετέφερε έξω από το πολυσύχναστο κέντρο της πόλης. Μαζί είχαν βρεί το δρόμο τους στο κεντρικό υψηλής ταχύτητας τμήμα,[…]. Ένας μηχανικός του αρχαίου κόσμου θα τρελαινόταν σιγά σιγά προσπαθώντας να καταλάβει πως μια συμπαγής προφανώς λεωφόρος θα μπορούσε να είναι ακίνητη στα άκρα της, ενώ στο κέντρο της να κινείται με σταθερά αυξανόμενη ταχύτητα. Αλλά για τον Άλβιν και την Αλύστρα φαινόταν τελείως φυσικό ότι υπήρχαν τύποι ύλης που είχαν τις ιδιότητες του συμπαγούς στη μια κατεύθυνση και του ρευστού στην άλλη.
Γύρω τους τα κτίρια υψώνονταν όλο και ψηλότερα σαν να έπαιρνε δύναμη η πόλη απ’ τις επάλξεις της ενάντια στον εξωτερικό κόσμο. σελ.43
[…] όταν έφτασαν κοντά σε μια ήσυχη στάση αντίκρυ σε μια μεγάλη πλατφόρμα από γυαλιστερό χρωματιστό μάρμαρο. Πάτησαν μια στερεή περιστρεφόμενη ύλη, όπου ο κινούμενος δρόμος γύριζε πίσω στην αρχή του, και βρέθηκαν απέναντι σε έναν τοίχο διάτρητο από λαμπρά φωτισμένα τούνελ. Χωρίς να διστάσει ο Άλβιν διάλεξε ένα και προχώρησε μέσα με την Αλύστρα πίσω του. Το περισταλτικό πεδίο τους έπιασε αμέσως και τους προώθησε μπροστά, καθώς έγερναν πίσω πολύ απαλά, παρατηρώντας τριγύρω τους.
Φαινόταν απίθανο ότι βρισκόντουσαν σ’ ένα τούνελ αρκετά κάτω από την γη. Η τεχνική που είχε χρησιμοποιηθεί για τα σχέδια όλου του Ντίασπαρ, εδώ είχε σχεδόν εξαντληθεί για να δώσει γύρω τους ένα στερέωμα που έμοιαζε ανοιχτό στους ανέμους του ουρανού. Ολόγυρα ήσαν οι σπείρες της πόλης που γυάλιζαν στο φώς του ήλιου. Δεν ήταν η πόλη που ήξερε ο Άλβιν αλλά το Ντίασπαρ μιας πολύ παλαιότερης εποχής. Μολονότι τα περισσότερα από τα μεγάλα κτίρια ήταν γνώριμα, υπήρχαν λεπτές διαφορές που μεγάλωναν το ενδιαφέρον του σκηνικού. Ο Άλβιν θα’ θελε να αργοπορήσει, αλλά δεν είχε βρει ποτέ τον τρόπο να επιβραδύνει την πορεία του μέσα στο τούνελ.
Πάρα πολύ σύντομα σταμάτησαν απαλά κάτω σ’ έναν φαρδύ ελλειψοειδή θάλαμο, τριγυρισμένο από παντού παράθυρα. Μες απ’ αυτά μπορούσες να δεις τις βασανιστικές λάμψεις κήπων που τους έφλεγαν λαμπερά λουλούδια. Υπήρχαν ακόμα κήποι στο Ντίασπαρ, αλλά είχαν μείνει μόνο στο πνεύμα του καλλιτέχνη που τους είχε φανταστεί. Βέβαια, λουλούδια σαν κι αυτά ήταν ανύπαρκτα σήμερα στον κόσμο. σελ. 45
[…] Υπήρχαν εκατοντάδες τέτοιοι χώροι σε μισοέρημα κτίρια γύρω στην περιφέρεια του Ντίασπαρ, με τέλεια τάξη διατηρημένοι από κρυφές δυνάμεις που τους προφύλασσαν. σελ. 46
[…] Έξω απ’ την πόλη και μέρα και νύχτα, αλλά μέσα σ’ αυτή βασίλευε μόνο αιώνια μέρα. Καθώς ο ήλιος έδυε στον ουρανό, το Ντίασπαρ γέμιζε φως και κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει πότε χανόταν ο φυσικός φωτισμός. […] οι άνθρωποι είχαν αποβάλει την ανάγκη του ύπνου. σελ. 54
[…] Οι τοίχοι της εκαλύπτοντο μ’ ένα μικροσκοπικά λεπτό σχέδιο άσπρων και μαύρων τετραγώνων∙ ήταν τελείως ακανόνιστο κι όταν το διέτρεξε γοργά με τα μάτια του, είχε την εντύπωση ότι εκινείτο ταχύτατα, μολονότι δεν άλλαζε. […] Εκείνες οι Τράπεζες είναι γύρω μας με τις αμέτρητες πηγές πληροφοριών καθορίζοντας ακριβώς την πόλη όπως είναι σήμερα. Κάθε άτομο του Ντίασπαρ είναι κατά κάποιο τρόπο κλειδωμένο από δυνάμεις ξεχασμένες, σε τύπους θαμμένους σ’ αυτούς τους τοίχους». σελ. 86
[…] «Αυτό δεν είναι μοντέλο, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Είναι απλώς η προβαλλόμενη εικόνα του σχεδίου που κρατούν οι Τράπεζες Μνήμης και συνεπώς απόλυτα όμοιο με την πόλη. Αυτές εδώ οι συσκευές μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να μεγεθύνει όποιο τμήμα θέλει, για να το δει στη φυσικη του διάσταση ή σε μεγαλύτερη. σελ. 87
[…] Συνεννοήθηκαν να συναντηθούν σε μια μικρή κυκλική αυλή όχι μακριά από την Αίθουσα του Συμβουλίου. Υπήρχαν πολλά τέτοια απόμονωμένα σημεία στην πόλη, ίσως μόνο λίγα μέτρα από κάποιο πολυσύχναστο δρόμο, όμως τελείως αποκομμένα απ’ αυτόν. Συνήθως μπορούσαν να πάνε μόνο πεζή και μετά από ένα κυκλικό περίπατο μερικές φορές, πράγματι, ήσαν στο κέντρο έξυπνα ενοποιημένων λαβυρίνθων που μεγάλωναν την απομόνωσή τους. […] Η αυλή είχε λιγότερο από πενήντα μέτρα διάμετρο και στην πραγματικότητα βρισκόταν βαθιά στο εσωτερικό κάποιου μεγάλου κτιρίου. Ωστόσο φαινόταν να μην έχει καθορισμένα φυσικά όρια, περιτρυγιρισμένη από ένα μισοδιάφανο πρασινογαλάζιο υλικό που έλαμπε μ’ ένα αδύνατο φως. Όμως, αν και δεν υπήρχαν ορατά όρια, η αυλή είχε έτσι σχεδιαστεί που δεν υπήρχε κίνδυνος να νιώσει κανείς χαμένος στο άπειρο. Χαμηλοί τοίχοι, όχι πιο πάνω από τη μέση, και σπασμένοι κατά διαστήματα, ώστε να μπορεί να περάσει κάποιος ανάμεσά τους, έδιναν την εντύπωση ασφάλειας και απομόνωσης. σελ. 99
[…] Ο δρόμος για την επιφάνεια περνούσε μέσα από ένα χαμηλό, πλατύ τουνελ στη μια πλευρά τηε υπόγειας αίθουσας –κι ανηφορίζοντας κατέληγε σε μια σειρά σκαλοπάτια. Κάτι τέτοιο ήταν εξαιρετικά σπάνιο στο Ντίασπαρ, οι αρχιτέκτονες της πόλης είχαν χτίσει κατηφορικούς ή επικλινείς διαδρόμους, όταν υπήρχε ανάγκη αλλαγής επιπέδου. Αυτό επιζούσε από τις μέρες που τα περισσότερα ρομπότ κινόντουσαν πάνω σε ρόδες και οι σκάλες ήταν έτσι ένα αδιαπέραστο εμπόδιο. σελ. 126
[…] με ένα μικρό όχημα που ο Χίλβαρ ονόμασε αυτοκίνητο εδάφους και το οποίο προφανώς δούλευε με το ίδιο σύστημα όπως η μηχανή που μετέφερε τον Άλβιν από το Ντίασπαρ. Στεκόταν στον αέρα λίγες ίντσες πάνω από την χλόη και μολονότι δεν υπήρχε κανένα ίχνος γραμμής, ο Χίλβαρ του είπε ότι τα αυτοκίνητα κινιόντουσαν σε προκαθορισμένους δρόμους. Όλα τα κεντρικά σημεία ενώνονταν με αυτόν τον τρόπο, αλλά, σ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο Λυς, ο Άλβιν δεν είχε δει να χρησιμοποιούν κανένα αυτοκίνητο εδάφους. σελ. 153
[…] Η μαύρη λίμνη είχε καταπιεί το φρούριο. Εκεί κάτω βρίσκονταν τα ερείπια μεγαλόπρεπων κάποτε κτιρίων, καταστραμμένων από το χρόνο. Αλλά δεν είχαν βυθιστεί όλα, γιατί στην άκρη του κρατήρα ο Άλβιν παρατήρησε τώρα σωρούς από ανάκατες πέτρες και μεγάλους όγκους που κάποτε θ’ αποτελούσαν μέρος από συμπαγή τείχη. Τα νερά αναπηδούσαν γύρω τους, αλλά δεν είχαν ακόμα ανυψωθεί αρκετά για να ολοκληρώσουν τη νίκη τους. σελ. 177
[…] Στο κέντρο του ανοίγματος βρισκόταν ένα μεταλλικό τρίποδο, σταθερά στερεωμένο στο έδαφος, και υποβάσταζε έναν κυκλικό δακτύλιο που είχε τέτοια κλίση προς τον άξονα του, σαν να σημάδευε ένα σημείο στον ουρανό. Με την πρώτη ματιά, ο δακτύλιος φαινόταν αδειανός ∙ μετά, καθώς ο Άλβιν κοίταξε πιο προσεκτικά, είδε ότι ήταν γεμάτος από άχνη ομίχλη που ενοχλούσε τα μάτια, ενεδρεύοντας στην άκρη του ορατού φάσματος. σελ. 181
[…] Ο διάδρομος, απ’ όπου είχαν έρθει, τελείωνε ψηλά στον τοίχο της αίθουσας –αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη θολωτή αίθουσα που χτίστηκε ποτέ από τον άνθρωπο- και από κάθε πλευρά επιμήκη κεκλιμένα επίπεδα έφταναν ως το πάτωμα. Εκατοντάδες μεγάλες λευκές κατασκευές κάλυπταν όλη την έξοχα φωτισμένη έκταση∙ σελ. 231
[…] Αυτά τα κτίρια φαινόταν πως είχαν κατοικηθεί απλώς, και οι υπάρξεις που είχαν ζήσει σ’ αυτά ήσαν περίπου ανθρώπινες όσο αφορά τις σωματικές τους διαστάσεις. Θα μπορούσαν να ήσαν άνθρωποι∙ ήταν αλήθεια ότι υπήρχε ένας εκπληκτικός αριθμός δωματίων και κλειστών χώρων, όπου μπορούσαν να μπουν μόνο ιπτάμενα πλάσματα, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι αυτοί που έχτισαν την πόλη είχα φτερά. Θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις ατομικές συσκευές της αντιβαρύτητας, που κάποτε ήσαν σε κοινή χρήση, αλλά που τώρα δεν υπήρχε ίχνος στο Ντίασπαρ. σελ. 291
[…] Δεν υπήρχαν καθόλου ίχνη από πάρκα ή ανοιχτούς χώρους, όπου μπορούσε να υπάρχει βλάστηση. σελ. 292
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου