15.1.11

Πρωτογέννητοι

Πρωτογέννητοι [3]

Τίτλος: Πρωτογέννητοι

Συγγραφείς: Άρθουρ Κλαρκ, Στέφεν Μπάξτερ

Εκδόσεις: Αίολος

Μετάφραση: Θωμάς Μαστακούρης

2008

Βρισκόμαστε στο έτος 2069. Η ανθρωπότητα έχει εξαπλωθεί σε πολλά σημεία του ηλιακού συστήματος, έχει δημιουργήσει μια βιώσιμη αποικία στον Άρη και διανύει τεράστιες αποστάσεις με διαστημόπλοια τα οποία κινούνται με μηχανές αντιύλης ή με σκάφη ηλιακών ιστίων. Έχουν δεχτεί ήδη μία ηλιακή καταιγίδα με ανεπανόρθωτες ζημιές. Πόλεις έχουν καλυφθεί με θόλους για προστασία. Γενικά η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί πάρα πολύ σε σημείο να έχει νοημοσύνη μία στολή ή ένα τηλέφωνο και να περπατάει μόνη της μία βαλίτσα. Αντίστοιχα η τεχνολογία υλικών έχει προοδεύσει. Υπάρχουν τοίχοι από ριζόχαρτο και άλλοι που περιέχουν νερό καθώς και έπιπλα που τρώγονται.

Από την άλλη έχει δημιουργηθεί ένας νέος πλανήτης, η Μιρ, σε ένα παράλληλο σύμπαν που αποτελείται από διαφορετικές χρονικές περιόδους πάνω στη Γη, από τους Νεάντερταλ και την αλεξανδρινή εποχή μέχρι το Σικάγο του δέκατου ογδόου αιώνα και την ανακάλυψη της Αμερικής. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και μετά την εξερεύνηση του διαστήματος και την κατοίκηση και άλλων πλανητών δίνεται ακόμα σημασία στο παρελθόν και στα επιτεύγματα του ανθρώπινου είδους.

Αποσπάσματα

Στον ανατολικό ορίζοντα διέκρινε ένα είδος οικοδομήματος, μια επίπεδη μεταλλική κατασκευή στημένη πάνω σε βάσεις, σαν γιαπί ενός μισοτελειωμένου εμπορικού κέντρου. Μερικές φορές έβλεπε οχήματα γύρω του και από κάτω του. Δεν είχε ιδέα τι θα μπορούσε να είναι. (Σελ. 28)

Το αεροπλάνο πήρε στροφή και η Μπέλα κοίταξε κάτω την πόλη. Μπορούσε να διακρίνει το πελώριο ίχνος του Θόλου. Ήταν ένας σχεδόν τέλειος κύκλος διαμέτρου εννιά χιλιομέτρων, με κέντρο του την πλατεία Τραφάλγκαρ. Πολλά από τα παλιά κτήρια στο εσωτερικό της περιφέρειας του Θόλου είχαν γλυτώσει από τη μανία της ηλιακής καταιγίδας, με αποτέλεσμα να διατηρείται κάτι από το παλιό, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαρακτήρα του Λονδίνου, μια χλομή λάμψη ψαμμόλιθου και μαρμάρου. Αλλά το Γουέστμινστερ ήταν πια νησί και το Κοινοβούλιο είχε εγκαταλειφθεί, χρησιμεύοντας τώρα ως μνημείο. Μετά την ηλιακή καταιγίδα, η πόλη είχε παρατήσει τις προσπάθειες να τιθασεύσει το ποτάμι της και αποτραβήχτηκε στις καινούριες όχθες του Τάμεση, που τον έκαναν να μοιάζει με το φαρδύτερο και πιο φυσικό ποτάμι που είχαν χαρτογραφήσει για πρώτη φορά οι Ρωμαίοι. Οι Λονδρέζοι είχαν προσαρμοστεί, μπορούσες σήμερα να κάνεις καταδύσεις ανάμεσα στα τσιμεντένια ερείπια της Νότιας Όχθης. (Σελ.37 – 38)


Η Μπέλα στάθηκε με θάρρος μπροστά στην κατοικία των Ντάφλοτ. Ήταν ένας απρόσωπος όγκος από λευκό τσιμέντο με στρογγυλεμένες γωνίες απ’ όπου γλιστρούσε ο άνεμος, ένας όγκος βυθισμένος στο έδαφος λες κι ήταν υπερβολικά βαρύς για το αργιλώδες υπόστρωμα του Λονδίνου. Στη στέγη του υπήρχαν ανεμογεννήτριες, ηλιακοί συσσωρευτές και κεραίες. Τα παράθυρα του ήταν μικρά και χαμηλά. Με υπόγεια δωμάτια και ανεξάρτητη ενέργεια, το οίκημα έμοιαζε με πολεμικό καταφύγιο. Αυτή ήταν η αρχιτεκτονική των κατοικιών στα μέσα του φοβισμένου εικοστού πρώτου αιώνα. (Σελ. 45)


Η Μπιζέζα κοίταξε γύρω της, προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Βρίσκονταν σ’ έναν οδικό κόμβο με δρόμους που ξεδιπλώνονταν πάνω στην παραλιακή πεδιάδα του Κανάβεραλ, γεμάτους με φάλαγγες αυτοκινήτων, κυρίως φορτηγών. Υπήρχε ακόμα κάτι σαν μονή σιδηροτροχιά, πάνω στην οποία έτρεχε ένα τρένο με στρογγυλά βαγόνια, γυαλιστερά και φουτουριστικά. Όλα τα οχήματα συνέρρεαν στο ίδιο μέρος.

Μπροστά της υπήρχε μια πελώρια σκουριασμένη εξέδρα που της θύμιζε κατά έναν περίεργο τρόπο θαλάσσια εξέδρα άντλησης πετρελαίου, αλλά ξεβρασμένη στη στεριά, τοποθετημένη πάνω σε γιγάντιες ερπύστριες. Το χονδροειδές μεταλλικό περίβλημα του κατασκευάσματος είχε αποτυπωμένα πάνω του πολλά λογότυπα, μα κυρίως αυτό που έλεγε Κοινοπραξία Ουράνιου Ανελκυστήρα, μια ονομασία που κάτι της θύμιζε αμυδρά. Εκεί κοντά ήταν στημένες κι άλλες παράξενες κατασκευές, κοντόχοντροι σωλήνες που έστεκαν όρθιοι πάνω σε κινητά βάθρα, σαν κανόνια τα οποία σημάδευαν τον χλομό ουρανό. (Σελ. 67)

Οι οροφές ήταν χαμηλές, καλυμμένες με βρόμικα κεραμίδια, και οι διάδρομοι στενοί. Όμως αυτοί οι ταπεινοί διάδρομοι περιέκλειαν μια μικρή παλιομοδίτικη κωμόπολη. Υπήρχαν στούντιο ραδιοφώνου και τηλεόρασης, καφετέριες, ένας μικρός αστυνομικός σταθμός, ακόμα και μια μικρή σειρά μαγαζιών, όλα υπόγεια, σ’ έναν χώρο που τον κατέκλυζε το βουητό μηχανημάτων κλιματισμού. Η Μπέλα σκέφτηκε πως το μέρος έμοιαζε λίγο με μουσείο. Ένα απομεινάρι των μέσων του εικοστού αιώνα.

Αν μη τι άλλο, η αίθουσα συσκέψεων ήταν σύγχρονη, μεγάλη, φωτεινή και εφοδιασμένη με μαλακές και επιτραπέζιες οθόνες. (Σελ. 87)

Η θύρα του ‘’Μάξγουελ’’ άνοιξε σαν ίριδα ματιού που διαστέλλεται.

Πέρασαν μέσα και βρέθηκαν σ’ ένα καθαρό, καλά φωτισμένο εσωτερικό, που μύριζε ελαφρά σαπούνι. Η βαλίτσα τούς ακολούθησε με θόρυβο. Μικρές βεντούζες βγήκαν από το εσωτερικό της πάνω σε λεπτά πόδια και κόλλησαν στους τοίχους, κι έτσι άρχισε να κινείται σαν μια αδέξια χοντρή αράχνη.

[...]’’Να θυμάστε πως έχουν κατασκευάσει αυτό το πράγμα χωρίς ίχνος περιττού γραμμαρίου. Ολόκληρο δεν ζυγίζει παραπάνω από δέκα τόνους, και στο βάρος αυτό περιλαμβάνεται και το ιστίο. Θα μπορούσες εύκολα να χώσεις το πόδι σου μέσα στο κύτος’’. Χτύπησε ελαφρά με το δάχτυλο ένα χώρισμα που έφτανε από το πάτωμα μέχρι την οροφή. ‘’Αυτό εδώ είναι ένα είδος ρυζόχαρτου. Ελαφρύ αλλά εύθραυστο’’. Το τρύπησε με το δάχτυλό του για να τους το αποδείξει, μετά έκοψε ένα μικρό κομματάκι και το ‘βαλε στο στόμα του. ‘’Επίσης, είναι φαγώσιμο. Σε περίπτωση ανάγκης, τρώμε την επίπλωση’’. (Σελ. 116)

[...]Το σκάφος ήταν ένας κύλινδρος με κανονική ατμοσφαιρική πίεση και ύψος μόλις λίγα μέτρα. Εφοδιασμένο με χωρίσματα ρυζόχαρτο, αποτελούνταν από τρία κυρίως καταστρώματα. Στη βάση ήταν αυτό που ο Αλεξέι αποκαλούσε κατάστρωμα εφοδίων. Μέσα από τις καταπακτές είδαν στοίβες προμηθειών, συστήματα υποστήριξης ζωής, διαστημικές στολές, εργαλεία επισκευών, φορτία. Η γέφυρα του σκάφους βρισκόταν στο πάνω κατάστρωμα.

Το μεσαίο κατάστρωμα περιείχε τον χώρο διαβίωσης. Πέρα από μια κουζίνα και μπάνιο, είχαν δημιουργηθεί με κινούμενα χωρίσματα δωμάτια τα οποία μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ως καθιστικά, υπνοδωμάτια, εργαστήρια για πλήρωμα μέχρι δέκα άτομα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι ντουλάπια, πτυσσόμενες κουκέτες και καθίσματα σχεδιασμένα για εξοικονόμηση χώρου. (Σελ. 117)

[...]Ξεκίνησαν, λοιπόν, για εξερεύνηση, ακολουθώντας την Πώλα και πηγαίνοντας από τον έναν μισοέρημο θόλο στον άλλο, μέσα από σήραγγες τόσο χαμηλές που μερικές φορές ήταν αναγκασμένοι να σκύβουν.

Ένας μεγάλος διαφανής θόλος έκλεινε μέσα του ένα αγρόκτημα. Περπάτησαν ανάμεσα σε σειρές με μαρούλια και λάχανα, όλα ζωηρά και υγειή, ρηχές λιμνούλες που χρησίμευαν σαν ορυζώνες και βάθρα με ανάβαθα δοχεία γεμάτα μ’ ένα παχύρευστο υγρό, μέσα στα οποία φύτρωναν φασόλια, αρακάς και σόγια. [...]

Ο τελευταίος θόλος που εξερεύνησαν ήταν ο μεγαλύτερος και φαινόταν ο ακριβότερος. Ήταν φτιαγμένος με κρύσταλλα τοποθετημένα σε πελώρια πλαίσια, που η Μάιρα αναγνώρισε αμέσως πως επρόκειτο για σεληνιακό γυαλί. [...] (Σελ. 138-140)

Μια σειρά από πράσινα φώτα χάνονταν στον ορίζοντα, λες και βρίσκονταν σε διάδρομο προσγείωσης. Καθώς το όχημα πλησίασε, είδε πως τα φώτα βρίσκονταν πάνω σε στύλους με ύψος κάπου τέσσερα μέτρα, ίσως για να μην τα σκεπάσει το χιόνι. [...]

Οι κατασκευές που ξεπρόβαλλαν μέσα από το σκοτάδι στηρίζονταν πάνω σε στύλους και υψώνονταν αρκετά πάνω από το έδαφος. Δεν ήταν θόλοι αλλά έμοιαζαν με πατικωμένες πίτες, στρογγυλεμένες από πάνω κι από κάτω. Είχαν ζωηρό πράσινο χρώμα και ήταν κτισμένες η μία κοντά στην άλλη, έτσι ώστε να εποικινωνούν με μικρές σήραγγες. Η Μπιζέζα πρόσεξε πως εκείνα τα μεγάλα συγκροτήματα διαβίωσης στην πραγματικότητα ήταν τοποθετημένα πάνω σε τροχούς, σταθμευμένα στον πάγο με καλώδια που είχαν προσδεθεί σε μεταλλικές σφήνες. Της φάνηκαν σαν πελώριο καραβάνι. (Σελ. 159-160)

Πλησίασαν τη μεγαλύτερη κατασκευή που ξεχώριζε πάνω στον πάγο. Ήταν ένας ημισφαιρικός θόλος που η Μπιζέζα υπέθετε πως ξεπερνούσε σε ύψος τα είκοσι μέτρα. Μπορούσε να διακρίνει τον σκελετό κάτω από τα χαλαρά καλύμματα. Ήταν μια σκηνή, όχι φουσκωτή, αλλά στηριγμένη πάνω σε πλαίσια. Ωστόσο διέθετε αεροφράκτες από ένα είδος υφάσματος, μέσα από τους οποίους έπρεπε να περάσουν με τη σειρά. (Σελ. 175)

Οι Κονσέρβες Ένα και Τρία ήταν οι κοιτώνες, αρκετά ευρύχωροι για δεκαμελές πλήρωμα. Παρ’ ότι το πλήρωμα είχε εγκαταλείψει τις δύο αυτές μονάδες, διέθεταν ακόμη αρκετό εξοπλισμό. Τα πάντα ήταν φουσκωτά, τόσο το κρεβάτι όσο και τα καθίσματα, ενώ τα χωρίσματα των τοίχων ήταν γεμάτα με νερό από αρειανό πάγο ώστε να προσφέρουν κάποια ηχομόνωση. Υπήρχαν επίσης φωτεινά πλαίσια βιοφωσφορισμού, τα οποία μπορούσες να ξεκολλήσεις από τον τοίχο και να τα διπλώσεις. Η Μάιρα πήρε μερικά μαζί της, ώστε να φωτίσει καλύτερα την σπηλιά της μέσα στον πάγο. (Σελ. 256)

Στη Μιρ:

Το Σικάγο ήταν μια μαύρη πόλη χαμένη στο λευκό τοπίο.

Οι σιδηροδρομικές γραμμές, που είχαν πέσει σε αχρηστία, έφταναν ως τον κεντρικό σταθμό. Η απόσταση μέχρι το διαμέρισμα της Έμελιν ήταν μικρή. Στους δρόμους, κάτω από άχρηστα πια φανάρια γκαζιού, έκαιγαν τεράστιες φωτιές τις οποίες τροφοδοτούσαν με σπασμένα ξύλα ομάδες ανδρών ντυμένων βαριά. Η αχνιστή τουςωανάσα σχεδόν έκρυβε τα πρόσωπά τους. Οι φωτιές σχημάτιζαν τολύπες καπνού στον αέρα, ο οποίος απλωνόταν πάνω από την πόλη σαν μαύρο κάλυμμα και όλες οι προσόψεις των κτηρίων ήταν σκεπασμένες με καπνιά. Οι πάντες ήταν ντυμένοι με γούνες κι έμοιαζαν με χνουδωτές μπάλες καθώς έτρεχαν από τη μια νησίδα ζεστασιάς που έριχνε η κάθε φωτιά στην επόμενη. (Σελ. 308)

Τα δωμάτια του διαμερίσματος έμοιαζαν με φωλιές, καθώς τοίχοι, πατώματα και οροφές ήταν καλυμμένα με κουβέρτες και γούνες. Στους τοίχους υπήρχαν αυτοσχέδιες καμινάδες για να διώχνουν τον καπνό, μα ακόμα κι έτσι, όλες οι επιφάνειες ήταν καλυμμένες με καπνιά. Είδαν πάντως και δείγματα πολιτισμού. Στο καθιστικό και στο σαλόνι υπήρχαν καρέκλες με ψηλή πλάτη, κομψά τραπεζάκια, λεπτεπίλεπτα έπιπλα, εμφανώς φθαρμένα αλλά συντηρημένα με αγάπη. (Σελ. 310)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου