Ανάρτηση από τη Βασιλική Μπερμπερίδου
Philip K. Dick
Λαβύρινθος θανάτου
Μετάφραση: Φραγκίσκος Πιέρρος
2003 Μέδουσα / Σέλας εκδοτική
περιπλανόμενοι σ΄ένα ατελείωτο χωρίς προορισμό ταξίδι μια ομάδα 14 ανθρώπων περνούν το χρόνο τους μέσα στο σκάφος διασυνδεμένοι με ένα περίπλοκο σύστημα δημιουργίας πολυεγκεφαλικών κόσμων, που τους μεταφέρει εικονικά σε φανταστικούς-παράλληλους κόσμους που έχουν συνθέσει οι ίδιοι αρχικά-και με την βοήθεια υπολογιστών- έχοντας ως πρωταρχικό το ζήτημα της θρησκείας.
Ατμόσφαιρα-περιβάλλον-αρχτιεκτονική
Τεχνολογικά επιτεύγματα
«Ο προϊστάμενος πέταξε ένα έγγραφο στο γραφείο του Μπέν. «Πρόκειται για μια μικρή αποκία σ’ ένα πλανήτη που ονομάζεται Ντέλμακ-0» σελ. 12
«Δίπλα στο πεδίο προσεδάφισης είδε μια σειρά από επίπεδα κτίσματα: οι εγκαταστάσεις της μικροσκοπικής αποικίας.» σελ. 31
«Αυτά τα κτίρια έχουν κτιστεί με άθλιο τρόπο. Είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Δεν μπορούμε να τα ζεστάνουμε όταν τα θέλουμε ζεστά. Δεν μπορούμε να τα δροσίσουμε όταν τα θέλουμε δροσερά. Ξέρεις τι νομίζω; Νομίζω οτι αυτό το μέρος χτίστηκε με ημερομηνία λήξης. Ότι διάολο και να μας θέλουν εδώ, δεν νομίζω οτι θα ΄ναι για πολύ. Αλλιώς, αν μείνουμε εδώ περισσότερο, θα πρέπει να χτίσουμε καινούριες εγκαταστάσεις, μέχρι την καλωδίωση» σελ. 34
«Άκουγε αφηρημένα, απαντούσε όταν του μιλούσαν και ξαφνικά, ένοιωσε κόπωση, απομακρύνθηκε από την ομάδα και κατευθύνθηκε σ’ ένα σύδεντρο από πράσινα, δέντρα με δερμάτινη υφή.» σελ. 34
«Ένα ζωίφιο περπάτησε πάνω στο δεξί του παπούτσι, σταμάτησε, και μια μικροσκοπική κάμερα ξεπρόβαλλε από το σώμα του. Ο φακός της κάμερας στράφηκε στο πρόσωπό του.
... - Αυτά τα ζωίφια ήταν εδώ όταν ήρθατε;»
- Άρχισαν να εμφανίζονται αφότου κτίστηκαν τα κτίρια. Νομίζω οτι μάλλον είναι ακίνδυνα». σελ. 35
«Άνοιξε την μπουκαπόρτα με το χέρι. Σκιάζοντας τα μάτια του από το πράσινο ηλιόφως που χύθηκε μέσα, είδε ένα άγονο τοπίο με ασθενικά δέντρα και ακόμα πιο ασθενικό χορτάρι. Στ’ αριστερά του ένα συνονθύλευμα από ασήμαντα κτίρια ξεπρόβαλε ακανόνιστα. Η αποικία.» σελ. 40
«Ο τόλτσιφ έκανε μια γενική χειρονομία προς τα βράχια, τα ροζιασμένα πράσινα δέντρα, τα συνονθυλεύματα από χαμηλά κτίρια, σαν καλύβες, που αποτελούσαν τις μοναδικές εγκαταστάσεις της αποικίας... δεν είναι τα μοναδικά κτίσματα σ’ αυτόν τον πλανήτη.
- Θέλεις να πεις οτι υπάρχει αυτόχθων πολιτισμός;
- Θέλω να πω οτι υπάρχουν πράγματα εκεί έξω που δεν καταλαβαίνουμε. Υπάρχει ένα κτίριο. Το είδα κάποια στιγμή αμυδρά σε μια εξερεύνηση. Όταν ξαναγύρισα δεν μπόρεσα να το ξαναβρώ. Ένα μεγάλο γκρίζο κτίριο – πολύ μεγάλο- με πυργίσκους, παράθυρα, γύρω στους οκτώ ορόφους. Δεν είμαι ο μόνος που το είδα»
- Κατοικείται το κτίριο; ρώτησε ο Τόλτσιφ.
-Δεν ξέρω. Δεν μπορούσαμε να δούμε πολλά από κει που βρισκόμασταν. Κανείς μας δεν πλησίασε αρκετά. Ήταν πολύ... έκανε μια χειρονομία, ...απαγορευτικό». σελ. 47
«-Υπάρχει ένας οργανισμός που τον λέμε κυπρίνο. Τους υπολογίζουμε σε πέντε ή έξι. Είναι πολύ γέρικοι.
- Και τί φτιάχνουν; Τεχνουργήματα και αυτοί;
-Μερικοί δεν κάνουν τίποτα. Απλά βρίσκονται μέσα στο τοπίο. Οι λιγότερο αδύναμοι όμως αντιγράφουν.
-Αντιγράφουν;
-Αντιγράφουν πράγματα που τους πηγαίνουμε. Μικρά πράγματα, ένα ρολόι, ένα φλιτζάνι, μια ξυριστηκή μηχανή». σελ. 83
“-Τί άλλο έχει έρθει στον καταυλισμό απ’ έξω;
-Τεχνιτές μύγες, για παράδειγμα.
- Αυτές με τις κάμερες;
-Όχι, αυτές είναι οι τεχνιτές μέλισσες. Οι τεχνιτές μυγές πετούν από δώ και από κεί και τραγουδούν». σελ. 86
«Κάποιο είδος αντιγραφέα στο μέγεθος του ψύλλου, αλλά αντιγράφει μόνο ένα πράγμα. Το βιβλίο του Σπεκτόβσκι». σελ. 88
«Οι εφτά βάδιζαν στους πρόποδες της χαμηλής λοφοσειράς, με την προσοχή τους στραμμένη σε κάθε καινούριο αντικείμενο που έβλεπαν.. Αφιλόξενοι ομιχλιασμένοι λόφοι ξεπρόβαλλαν από το τοπίο, κρυμμένοι πίσω από κύμα σκόνης. Πράσινες λειχήνες φύτρωναν παντού. Το έδαφος σχημάτιζε ένα μπερδεμένο χαλί από αναπτυσσόμενα φυτά. Ο αέρας ανέδιδε τη μυρωδιά περίπλοκης οργανικής ζωής. Μια πλούσια σύνθετη οσμή που δεν έμοιαζε με τίποτα οικείο. Πιο πέρα, κολώνες ατμού ξεπηδούσαν, πίδακες βραστού νερού εκτοξεύονταν με ορμή από τα πετρώματα. Μακριά, ένας ωκεανός πάφλαζε αόρατος μέσα σ’ένα κυνούμενο προπέτασμα σκόνηςκαι υγρασίας...
Ο Θάνκ κρατούσε ένα σφουγγάρι που ψάρεψε από μια λιμνούλα με χλιαρό νερό. –Αυτό είναι τεχνιτό.. Άρπαξε από το νερό ένα πλάσμα με μορφή ερπετού και κοντόχοντρα πόδια που τα τίναζε με μανία. Με γρήγορες κινήσεις του ξεκόλλησε το κεφάλι. Το πλάσμα σταμάτησε να σαλεύει.- Πέρα για πέρα μηχανικό, μπορείτε να δείτε τα καλώδια. Έβαλε πάλι το κεφάλι στη θέση του. Το πλάσμα άρχισε πάλι να κινείται..
..-Πού είναι το κτίριο; Πώτησε η Μαίρη Μόρλεϊ
-Φαίνεται πως ..άλλαξε θέση. Την τελευταία φορά που το είδαμε ήταν σ’ αυτή εδώ τη λοφοσειρά, πίσω από τους ατμοπίδακες. Μάλλον όμως θα ‘ναι πια εκεί.» σελ. 104-105
«Συνέχισαν να βαδίζουν μέχρι που έφτασαν σ’ ένα ποτάμι. Φαινόταν πολύ πλατύ για να το διασχίσουν και σταμάτησαν.
-Θα πρέπει ν ‘ακολουθήσουμε το ποτάμι, είπε ο Θανκ. Συνοφρυώθηκε.
-Έχω έρθει σ ‘αυτή την περιοχή, αλλά σεν είδα κανένα ποτάμι.
-Περίεργη παρατήρηση, είπε η Μάγκι Ουόλς.-Εννοείς ότι το τοπίο αλλάζει ανάλογα με τις προσδοκίες μας;» σελ.107
«Η Μπέτη Τζο Μπερμ μίλησε σιγανά: -Να το κτίριο. Επιτέλους το έβλεπε.. Γκρίζο και τεράστιο, ορθώνονταν στον ορίζοντα. Ένας τέλειος σχεδόν κύβος με παράξενους πυργίσκους.. Ένα πέπλο καπνού κρεμόταν από πάνω του. Είναι εργοστάσιο σκέφτηκε.. –Πάμε, είπε ο Θανκ και κατευθύνθηκε προς τα κει. Ακολούθησαν ο ένας πίσω από τον άλλον, ακανόνιστα. –Δεν φαίνεται να πλησιάζουμε, είπε κάποια στιγμή ο Φρέιζερ με μια βαριεστημένη ειρώνεια.
- Περπάτα πιο γρήγορα τότε, απάντησε ο Θανκ χαμογελώντας σαρκαστικά.
- Δεν ωφελεί. Η Μάγκι Ουόλς σταμάτησε ασθμένοντας.. –Πάντα έτσι γίνεται. Περπατάς, περπατάς κι αυτό όλο και απομακρύνεται.
- Και ποτέ δεν πλησιάζεις, συμπλήρωσε ο Ουέντ Φρέιζερ.
- Όση ώρα στεκόμαστε, είπε ο Μόρλεϊ, φαίνεται να πλησιάζει. Ήταν σίγουρος. Μπορεί να μην είναι εργοστάσιο τελικά, σκέφτηκε.- Αν πλησιάσει λίγο ακόμα θα μπορέσω να καταλάβω.» σελ. 108-109
«Είναι φάντασμα, είπε ο Ράσελ σαν να του’ ρθε ξαφνικά η ιδέα. – Κάποιο είδος προβολης. Από κάποιο πομπό που βρίσκεται το πολύ ένα μίλι από ‘ δω. Ένα βίντεο-πομπό υψηλής τεχνολογίας.. βλέπετε το τρεμόπαιγμα ;» σελ. 109
«-Το αληθινό κτίριο μπορεί να είναι οπουδήποτε. Δεν υπάρχει τρόπος να το βρούμε βάσει του αντικατοπτρισμού, αλλιώς η μέθοδος δεν θα’ χε νόημα. Έδειξε μπροστά. –Νομίζω οτι το οροπέδιο στο βάθος είναι φανταστικό. Μια υπέρθεση πάνω σε κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα μια αρνητική ψευδαίσθηση. Σταμάτησε. – Η αρνητική ψευδαίσθηση είναι όταν δεν βλέπεις κάτι που υπάρχει.» σελ. 110
«-Το ακούω, είπε ο Μόρλεϊ και ένοιωσε φόβο. Εκατό μέτρα πιο πέρα, ένας γκρίζος τοίχος εμφανίστηκε μέσα στη θολούρα του μεσημεριάτικου ουρανού. Ο τοίχος έτρεμε, δονούνταν κι έτριζε σαν ζωντανός. Πάνω απ’ αυτόν πυργίσκοι έστελναν σκούρα σύννεφα αποβλήτων στον ουρανό. Κι ‘άλλα απόβλητα, από τεράστιους σωλήνες ξεχύνονταν στο ποτάμι παφλάζοντας ασταμάτητα. Είχαν βρεί το κτίριο.» σελ. 113
« -Ο μεγάλος κυπρίνος. Ή εν πάσει περιπτώση, κάποιος εξίσου μεγάλος. Τί ερωτήσεις τους έχετε κάνει; ρώτησε ο Ράσελ. Η Μάγκι έδειξε να ξαφνιάζεται. –Δεν τα ρωτάμε τίποτα. Δεν υπάρχει τρόπος να επικοινωνήσουμε...
-Μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους, είπε ο Ράσελ.- Ας κατευθύνουμε τη σχεδία στα ρηχά. Θέλω να συμβουλευτώ τον Κυπρίνο σας...
-Βάζεις ένα κομμάτι μπροστά του και αυτό εκβάλλει προς τα έξω ένα κομμάτι του. Μετά από λίγο το κομμάτι αυτό μετατρέπεται σε αντίγραφο του αρχικού αντικειμένου. Θα σου δείξω. Πέταξε το βρεγμένο ρολόι του μπροστά στον κυπρίνο. –Αντέγραψέ το, τζέλο, είπε.» σελ. 129-130
-Μάλιστα;, είπε ευγενικά, χαμηλώνοντας το σκάνερ μικροταινιών.» σελ. 141
«...Τώρα κάτι φαινόταν στην οθόνη . Μια μεγάλη νεκρή πόλη. Ακριβώς από κάτω του. Το σκάφος είχε προσεδαφιστεί σε κάποιο ψηλό κτίριο της πόλης. Καμία κίνηση. Κανείς δεν ζούσε σε αυτήν την πόλη. Στην οθόνη έβλεπε αποσύνθεση και απόλυτη, ατελείωτη κατάρρευση.»
σελ. 160-161
«...Έθεσε σε λειτουργία το διακόπτη ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΤΗΣΗΣ και είπε:-Μπορείς να μου πεις που βρίσκομαι;... Έπειτα, από μεγάφωνο μια ηλεκτρονική απομίμηση ανθρώπινης φωνής: -Μμμμμμμμάλιστα κύρρρρρριε. Είσσσσαστε στο Λονδίνο.
-Στο Λονδίνο! Επανέλαβε έκπληκτος. –Πώς είναι δυνατον;… Εννοείς το Λονδίνο της Αγγλίας, στην Τέρρα; ρώτησε.
-Μμμμμμμάλιστα κύρρρρριε..
-Μπορώ να πάω στον Ντέλμακ-0 μ’ αυτό το σκάφος;
-Είνννναι έξι χρόνια ταξξξξίδι. Το σσσσκάφος σας δεν είναι κατάλληλο. Δεν έχει αρκετή ώθησσσση για να ξεπεράσει την πλανννητική βαρύτητα.
- Είμαι στην Τέρρα, είπε βαριά. Αυτό εξηγούσε την εγκαταλειμμένη πόλη. Απ’ ό,τι είχε ακούσει, όλες οι μεγάλες πόλεις στην Τέρρα είχαν ερημωθεί. Δεν εξηπηρετούσαν κανέναν πια σκοπό. Δεν υπήρχε πληθυσμός γιατί όλοι, εκτός από τις ‘στρουθοκαμήλους’, είχαν μεταναστεύσει.
-Το σκάφος μου τότε, είναι ένα όχημα υψηλής ταχύτητας για ενδοπλανητικές πτήσεις μόνο;
- Μμμμάλιστα κύρρρριε.» Σελ. 162-163
«-Δώσε μου προφορική επιβεβαίωση όταν φτάσουμε, μούγκρισε.
- Μμμμάλιστα κύρρριε. Θα σας ξυπνήσσσσσω.
- Μιλάω πράγματι με μηχανή; μουρμούρισε ο Μόρλεϊ.
- Τεχνικώς είμαι ανόργανο δημιούρρργημα κλάσεως πρωτοϋπολογιστή.» σελ. 164
«Ήμουν στο Λονδίνο πριν λίγο. Είδα την αρχαία, εγκαταλειμμένη πόλη. Χιλιάδες ρημαγμένα, έρημα σπίτια εργοστάσια και δρόμοι. Μεγαλύτερη από οποιαδήποτε πόλη εκτός γης. Κάποτε ζούσαν έξι εκατομμύρια άνθρωποι εκεί.» σελ. 170
«Έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό, αστραφτερό ενεργειακό όπλο» σελ. 170
«Ο Γκλεν Μπέλσνορ έβγαλε τον πολυεγκεφαλικό κύλινδρο από το πονεμένο κεφάλι του, τον άφησε κάτω προσεκτικά και σηκώθηκε με δυσκολία» σελ 185
«- Είσαστε εντάξει τώρα, τους είπε δυνατά ο πλοίαρχος Μπέλσνορ. – Αυτή η συγχώνευση κατέληξε σε φιάσκο, αλλά θα συνέλθετε εντελώς, όπως πάντα, παρ’ όσα περάσατε. Ο δρ. Μπαμπλ θα σας κάνει μια ένεση για να διευκολυνθεί η μετάβαση από την πολυεγκεφαλική συγχώνευση στην κανονική ομοεγκεφαλική λειτουργία.» σελ. 185
« -Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η συγχώνευση πραγματικά με ενόχλησε. Όλοι αυτοί οι φόνοι. Ποτέ δεν είχαμε τόσους πολλούς. Ήταν τρομακτικό. Έπρεπε να την είχαμε διακόψει με τον αναστολέα του ψυχοκυκλώματος, αμέσως μετά τον πρώτο φόνο.» σελ. 187
«Παρατήρησε τη μεγάλη, υπερβολικά οικεία καμπίνα του πλοίου. Βλέποντάς την έννοιωσε ένα είδος καταθλιπτικής φρίκης. Γι’ αυτόν η πραγματικότητα του πλοίου ήταν πολύ πιο δυσάρεστη από τον- πώς τον είπαμε; Ντέλμακ-0. Σωστά. Συνδυάσαμε τυχαία γράμματα με τη βοήθεια του υπολογιστή του πλοίου... τον κατασκευάσαμε κι ύστερα παγιδευτήκαμε στο κατασκεύασμά μας.» σελ.187
«Κοίταξε την ημερομηνία στο ρολόϊ του, Δώδεκα ημέρες είχαν περάσει. Σε πραγματικό χρόνο, δώδεκα ολόκληρες ημέρες, ατελείωτες ημέρες. Σε πολυεγκεφαλικό χρόνο, λίγο παραπάνω από εικοσιτέσσερις ώρες.» σελ. 188
«Το πολυεγκεφαλικό μυαλό, σκέφτηκε. Στην αρχή ένα παιχνίδι για να ξεφεύγουν και να διασκεδάζουν στο εικοσάχρονο ταξίδι τους. Μα το ταξίδι δεν είχε διαρκέσει είκοσι χρόνια. Θα συνεχίζονταν μέχρι να πέθαιναν ένας-ένας, μέχρι κάποιο απροσδιόριστα μακρινό χρονικό σημείο που κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί...
...Όμως το ατύχημα είχε συμβεί και τώρα έκαναν κύκλους για πάντα, σαν νεκρό αστέρι. Ο πομπός τους είχε καταστραφεί με το ατύχημα κι έτσι ένα παιχνίδι, απ’ αυτά που χρησιμοποιούν στις μεγάλες διαστρικές πτήσεις, είχε γίνει το μόνο στήριγμα της ψυχικής τους υγείας.» σελ. 189
«- Το κτίριο.. Γέμισε την καφετιέρα με ανακυκλωμένο νερό.
- Ήταν το εργοστάσιο της Μπόινγκ στον Πρόξιμα-10. Εκεί που κατασκευάστηκε το διαστημόπλοιο. Εκεί που επιβιβαστήκαμε, θυμάσαι; Περάσαμε δεκαέξι μήνες εκεί, εκπαιδευτήκαμε, δοκιμάσαμε το πλοίο και το εφοδιάσαμε.» σελ. 190
«Εκείνη τη ‘νύχτα’, μετά το δείπνο, συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα ελέγχου του πλοίου. Είχε έρθει η ώρα να σχεδιάσουν ένα καινούριο πολυεγκεφαλικό κόσμο. Προκειμένου να λειτουργήσει, έπρεπε να είναι μια κοινή προβολή από όλους τους. Διαφορετικά θα διαλυόταν γρήγορα, όπως στα τελευταία στάδια του Ντέλμακ-0.» σελ.192
«...Γι’ αυτόν η διαδικασία των πολυεγκεφαλικών κόσμων είχε γίνει ο κανονικός τρόπος ζωής.» σελ.192
«Επέστρεψε αργά στην αίθουσα ελέγχου του πλοίου. Κείτονταν εκεί, μέσα στους ατομικούς τους θαλαμίσκους, με τους καλωδιωμένους κυλίνδρους να καλύπτουν τα κεφάλια τους. Όλοι οι κύλινδροι ήταν σε χρήση εκτός από τον δικό της.. και του Σεθ. Στάθηκε διστακτικά, τρέμοντας. Τι να είχαν καταχωρήσει στον υπολογιστή αυτή τη φορά άραγε; αναρωτήθηκε. Ποιές είναι οι προϋποθέσεις και τί συνήγαγε ο Κ. ΥΠ.ΡΙ.ΝΟ.Σ 889Β απ’ αυτές; Πώς θα είναι ο επόμενος κόσμος;» σελ. 196
«...Μπήκε στο θαλαμίσκο της και τον ασφάλισε, σύνδεσε τα συστήματα διατήρησης ζωής κι ύστερα, με ανακούφηση, φόρεσε τον κύλινδρο στο κεφάλι της. Ο ανεπαίσθητος βόμβος του την καθησύχαζε. Ένας ήχος που είχε ακούσει τόσες φορές στο παρελθόν, όλα τα ατελείωτα, εξουθενωτικά χρόνια.» σελ. 197


