22.12.10















Τίτλος: The Day of the Triffids (Η Ώρα των Τριφίδων)
Συγγραφέας: John Wyndham
Εκδόσεις: Penguin Books Ltd

Έτος Έκδοσης: 1954
Φοιτήτρια: Παπαβασιλείου Χριστιάνα





Γενικά:

Πρωταγωνιστής είναι ο Bill Masen, ένας Άγγλος που έχει ζήσει δουλεύοντας με τις τριφίδες, φυτά ικανά επιθετικής και φαινομενικά ευφυούς συμπεριφοράς: είναι σε θέση να κινούνται στα τρία τους «πόδια», φαίνεται να επικοινωνούν το ένα με το άλλο και κατέχουν ένα θανάσιμο δηλητηριώδες τσίμπημα που τους επιτρέπει να σκοτώνουν και να τρέφονται με τα σάπια θύματά τους. Το βιβλίο υπονοεί ότι ήταν στη Σοβιετική Ένωση και έπειτα τυχαία απελευθερώθηκαν στις άγριες περιοχές όταν καταρρίφθηκε ένα αεροπλάνο που έφερνε τους σπόρους τους. Οι τριφίδες αρχίζουν να αναπτύσσονται σε όλο τον κόσμο, και τα εκχυλίσματά τους αποδεικνύονται ανώτερα από τα υπάρχοντα φυτικά έλαια. Το αποτέλεσμα είναι παγκόσμια καλλιέργεια τριφίδων.

Η πόλη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν περιγράφεται τόσο από τα κτήρια ή το γενικότερο σχεδιασμό της αλλά από τους ήχους που την χαρακτηρίζουν (φυσικούς ή μη ) και που ξαφνικά σταματούν να υπάρχουν. Άνθρωποι χάνουν την όρασή τους, με την άφιξη των τριφίδων και εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε αυτόν που βλέπει. Τα φυτά έχουν πλέον ανθρώπινα χαρακτηριστικά: βλέπουν, παρατηρούν, ακούνε, καταλαβαίνουν, επικοινωνούν…


Αποσπάσματα:

Όταν μια μέρα που ξέρεις ότι είναι Τετάρτη ξεκινά με κυριακάτικους ήχους, κάτι σοβαρό συμβαίνει. (σελ.7)

When a day that you happen to know is Wednesday starts off by sounding like Sunday, there is something seriously wrong somewhere.

[…]

Η μέρα έξω, συνειδητοποίησα τώρα, ηχούσε πιο λανθασμένα απ’ότι νόμιζα. Οι θόρυβοι που έκανε, ή απέτυχε να κάνει, ήταν περισσότερο σαν την Κυριακή από την ίδια την Κυριακή και θα κατέληγα ξανά όντας απολύτως σίγουρος ότι ήταν Τετάρτη, οτιδήποτε άλλο και αν της είχε συμβεί. (σελ 8)

The day outside, I realized now, was sounding even more wrong than I had thought. The noises it made, or failed to make, were more like Sunday than Sunday itself-and I’d come round again to being absolutely assured that it was Wednesday, whatever else happened to it

[…]

Αλλά αυτό το πρωινό ήταν διαφορετικό. Ενοχλητικά διαφορετικό γιατί ήταν μυστηριώδες. Καμία ρόδα δεν βροντούσε, κανένα λεωφορείο δεν μούγκριζε , κανένας ήχος αυτοκινήτου οποιουδήποτε είδους, στην πραγματικότητα, δεν ακουγόταν. Κανένα σπάσιμο, καμία κόρνα, ούτε ακόμα και ο ήχος από το βάδισμα των λίγων σπάνιων αλόγων που ακόμα περιστασιακά περνούσαν. Ούτε, δεδομένου ότι θα έπρεπε να υπάρχει μια τέτοια ώρα, το σύνθετο βαρύ βήμα ανθρώπων που πήγαιναν στη δουλειά.
Όσο πιο πολύ άκουγα, τόσο πιο περίεργα ήταν-και τόσο λιγότερο με ένοιαζε. Μέσα σε δέκα λεπτά προσεκτικής ακρόασης άκουσα πέντε σειρές συρτών διστακτικών βημάτων, τρεις φωνές να κραυγάζουν ακατανόητα σε απόσταση και τα υστερικά αναφιλητά μιας γυναίκας. Δεν ακουγόταν ούτε το κακάβισμα του περιστεριού, ούτε το τιτίβισμα του σπουργιτιού. Τίποτα εκτός από το βουητό των καλωδίων στον αέρα. (σελ.9)

But this morning was different. Disturbingly because mysteriously different. No wheels rumbled, no buses roared, no sound of a car of any kind, in fact, was to be heard. No breaks, no horns, not even the clopping of the few rare horses that still occasionally passed. Nor, as there should be at such an hour, the composite tramp of work-bound feet.
The more I listened, the queerer it seemed - and the less I cared for it. In what I reckoned to be ten minutes of careful listening I heard five sets of shuffling , hesitating footsteps, three voices bawling unintelligibly in the distance, and the hysterical sobs of a woman. There was not the cooing of a pigeon, not the chirp of a sparrow. Nothing but the humming of wires in the wind…

[…]

“Eεε!”Φώναξα. “Θέλω πρωινό. Δωμάτιο σαράντα οκτώ!”( σελ.11)

“Hey!” I shouted. “ I want some breakfast. Room forty eight!”

Για μια στιγμή τίποτα δεν συνέβη. Μετά ήρθαν φωνές που φώναζαν όλες μαζί […] Αυτές οι φωνές απλά δεν μου ηχούσαν κανονικά. Έκλεισα την πόρτα βιαστικά στη χάβρα, και ψηλάφησα το δρόμο μου πίσω στο κρεβάτι. Εκείνη τη στιγμή το κρεβάτι φάνηκε να είναι το μόνο ασφαλές, παρήγορο πράγμα σε ολόκληρο το μπερδεμένο περιβάλλον μου. (σελ.11)

For a moment nothing happened. Then came voices all shouting together […] those voices simply didn’t sound normal to me. I closed the door hurriedly on the babel, and groped my way back to bed. At that moment bed seemed to be the one safe, comforting thing in my whole baffling environment.

[…]

“Ο ουρανός είναι γεμάτος από αστέρια που πέφτουν” είπε. “όλα λαμπερά πράσινα. Κάνουν τα πρόσωπα των ανθρώπων να φαίνονται τρομερά φρικτά. Όλοι είναι έξω και τα κοιτάζουν και μερικές φορές είναι τόσο φωτεινά όσο τη μέρα-μόνο με λάθος χρώμα. (σελ.13)

“The sky’s simply full of shooting stars” she said. “all bright green. They make people’s faces look frightfully ghastly. Everybody’s out watching them and sometimes it’s almost as light as day-only all the wrong colour.

[…]

Προς καμία κατεύθυνση δεν υπήρξε οποιαδήποτε κυκλοφορία, ούτε οποιοσδήποτε ήχος της. Τα μόνα σημάδια ζωής ήταν μερικοί άνθρωποι εδώ και εκεί ψηλαφίζοντας προσεκτικά την πορεία τους κατά μήκος των όψεων των καταστημάτων. (σελ.52)

In no direction was there any traffic, nor any sound of it. The only signs of life were a few people here and there cautiously groping their ways along shop-fronts.

[…]

Και όμως, υπήρχαν τα καταστήματα, άδεια και αφύλακτα, με τα τρόφιμα στα παράθυρα-και εδώ ήμουν, πεινασμένος και με τρόπο να πληρώσω-ή, εάν δεν επιθυμούσα να πληρώσω, έπρεπε μόνο να σπάσω ένα παράθυρο και να πάρω αυτό που ήθελα. (σελ.52)

And yet, there were the shops, untenanted and unguarded, with food in the windows-and here was I, with hunger and the means to pay-or, if I did not wish to pay, I had only to smash a window and take what I wanted.

[…]

Όταν τελείωσα να τρώω άναψα ένα τσιγάρο. Ενώ κάθισα εκεί να το καπνίσω , αναρωτώντας πού πρέπει να πάω, και τί πρέπει να κάνω, η ηρεμία έσπασε από τον ήχο ενός πιάνου παιγμένο κάπου σε μια πολυκατοικία που είχε θέα στον κήπο. Σε λίγο η φωνή ενός κοριτσιού άρχισε να τραγουδά. (σελ.54)

When I had finished eating I lit a cigarette. While I sat there smoking it, wondering where I should go, and what I should do, the quiet was broken by the sound of a piano played somewhere in a block of apartments that overlooked the garden. Presently a girl’s voice began to sing.

[…]

Μερικά εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και φορτηγά στάθηκαν στους δρόμους. Πολύ λίγα, φαίνεται, ήταν σε κίνηση όταν οι οδηγοί έχασαν τον έλεγχο. Ένα λεωφορείο είχε διανύσει το μονοπάτι και είχε έρθει να αράξει στο Γκρην Παρκ: ένα άλογο που είχε δραπετεύσει με τα ξύλα από τι κάρο ακόμα πάνω του στεκόταν δίπλα στο μνημείο πυροβολικού πάνω στο οποίο είχε ραγίσει το κρανίο του. Τα μόνα κινούμενα πράγματα ήταν μερικοί άνδρες και ένας μικρότερος αριθμός γυναικών που ένιωθαν την πορεία τους προσεκτικά με τα χέρια και τα πόδια όπου υπήρχαν κιγκλιδώματα, και προχωρώντας προς τα εμπρός με προσεχτικά τεντωμένα χέρια όπου δεν υπήρχαν. Επίσης, και μάλλον απροσδόκητα, υπήρχαν μία ή δύο γάτες, προφανώς άθικτες οπτικά, και μεταχειριζόμενες ολόκληρη την κατάσταση με εκείνη την αυτοκυριαρχία κοινή για τις γάτες. Στάθηκαν άτυχες αναζητώντας μέσα στη μυστηριώδη ησυχία - τα σπουργίτια ήταν λίγα, και τα περιστέρια είχαν εξαφανιστεί. (σελ.55)

A few derelict cars and lorries stood about on the roads. Very little, it seemed, had gone out of control when it was in motion. One bus had run across the path and come to rest in the Green Park; a runaway horse with shafts still attached to it lay beside the artillery memorial against which it had cracked its skull. The only moving things were a few men and a lesser number of women feeling their way carefully with hands and feet where there were railings, and shuffling forward with protectively outstretched arms where there were not. Also, and rather unexpectedly, there were one or two cats, apparently intact visually, and treating the whole situation with that self-possession common to cats. They had poor luck prowling through the eerie quietness – the sparrows were few, and the pigeons had vanished

[…]

Το Πικαντίλυ Σέρκους ήταν η πιο πολυσύχναστη περιοχή που είχα βρει μέχρι τότε. Μου φάνηκε πηγμένη μετά τα άλλα μέρη, παρόλο που θα πρέπει να υπήρχαν λιγότερο από εκατό άνθρωποι, το πολύ-πολύ. Οι περισσότεροι φορούσαν περίεργα, αταίριαστα ρούχα και πηγαινοέρχονταν ακατάπαυστα σαν μισοναρκωμένοι. (σελ.57)

Piccadilly Circus was the most populous place I had found so far. It seemed crowded after the rest, though there were probably less than a hundred people there, all told. Mostly they were wearing queer, ill-assorted clothes, and were prowling restlessly around as though still semi-dazed.

[…]

Ζοφερό και παράφωνο, σερνόταν μέσα από τους άδειους δρόμους, αντιλαλώντας ανατριχιαστικά πέρα-δώθε. Όλα τα κεφάλια στην πλατεία γύριζαν πότε αριστερά, πότε δεξιά, προσπαθώντας να ανακαλύψουν την προέλευσή του.[…] και σαν συνοδεία ακουγόταν ένα σούρσιμο ποδιών σε σχεδόν κανονικό ρυθμό. (σελ.58)

Dreary and untuneful, it slurred through the empty streets, echoingdismally back and forth. Every head in the Circus was turning now left, now right, trying to place its direction. […] And as an accompaniment to it there was the shuffle of feet more or less in step.

[…]

Συνεχόμενες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στα πεζοδρόμια και τις στενές οδούς, και η σύγχυση εκείνων που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα έγινε χειρότερη από τη συστάδα των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν μπροστά από τα τώρα συχνά σπασμένα παράθυρα καταστημάτων . Κανένας από εκείνους που φώναζαν εκεί δεν φάνηκε να είναι αρκετά βέβαιος για το τι είδους κατάστημα αντίκριζε. Μερικοί μπροστά επιδίωξαν να ανακαλύψουν ψηλαφίζοντας οποιαδήποτε αναγνωρίσιμα αντικείμενα: άλλοι, διατρέχοντας τον κίνδυνο να ξεκοιλιαστούν από μόνιμα θραύσματα γυαλιού, ακόμα πιο αποφασιστικά πήδηξαν μέσα. (σελ.62)

Constant collisions took place on the pavements and in the narrow streets, and the confusion of those who were trying to get along was made worse by knots of people clustering in front of the now frequently broken shop windows. None of those who crowed there seemed to be quite sure what kind of shop they were facing. Some in the front sought to find out by groping for any recognizable objects; others, taking the risk of disemboweling themselves on standing splinters of glass, more enterprisingly climbed inside.


[…]

Το μέλλον εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν μια επιλογή μεταξύ μιας μοναχικής ύπαρξης, πάντα με το φόβο της σύλληψης, ή της συγκέντρωσης μιας επιλεγμένης ομάδας στην οποία θα μπορούσαμε να στηριχθούμε για να μας προστατεύσει από άλλες ομάδες. Θα παίρναμε το ρόλο ενός ηγέτη και συγχρόνως ενός φυλακισμένου –και μαζί με αυτό μια δυσάρεστη εικόνα αιματηρών πολέμων συμμοριών που διεξάγονταν για την κατοχή μας. (σελ.72)

The future seemed to me at that time a choice between a lonely existence, always in fear of capture, or of gathering together a selected group which we could rely on to protect us from other groups. We’d be filling a kind of leader-cum prisoner role-and along with it went a nasty picture of bloody gang wars being fought for possession of us.

[…]

Ήταν μια ανακούφιση να φύγεις από τους δρόμους και να φτάσεις σε έναν ανοιχτό χώρο - και σε ένα όπου δεν υπήρχαν άτυχοι άνθρωποι που περιπλανιόντουσαν και ψηλάφιζαν. Τα μόνα κινούμενα πράγματα που μπορούσαμε να δούμε στη μεγάλη έκταση γρασιδιού ήταν δύο ή τρεις μικρές ομάδες από τριφίδες που όδευαν προς τα νότια. (σελ.73)

It was a relief to get out of the streets and reach an open space – and one where there were no unfortunate people wandering and groping. The only moving things we could see on the broad stretches of grass were two or three little groups of triffids lurching southwards.

[…]

Είχαμε στρίψει σε μια γωνία όπου και είδαμε τον δρόμο εβδομήντα γιάρδες μπροστά από μας γεμάτο με ανθρώπους. Έρχονταν προς τα πάνω μας σκοντάφτοντας με τα χέρια τους τεντωμένα μπροστά τους. Ανακατεμένα κλάματα και κραυγές έρχονταν από αυτούς. Ακόμη και όταν τους είδαμε, μια γυναίκα μπροστά σκόνταψε και έπεσε: άλλοι έπεσαν πάνω της, και χάθηκε κάτω από ένα σωρό κλωτσιών και πάλης. Πέρα από τον όχλο, είχαμε μια αναλαμπή για την αιτία όλων αυτών: τρεις με σκούρα φύλλα μίσχοι που ταλαντεύονταν πέρα από τα πανικόβλητα κεφάλια. Επιτάχυνα, και μπήκα σε ένα παράδρομο. (σελ.79)

We had turned a corner to see the street seventy yards ahead of us filled with people. They were coming toward us at a stumbling run, with their arms outstretched before them. A mingled crying and screaming came from them. Even as we turned into sight of them, a woman at the front tripped and fell; others tumbled over her, and she disappeared beneath a kicking, struggling heap. Beyond the mob, we had a glimpse of the cause of it all; three dark-leaved stalks swaying over the panic-stricken heads. I accelerated, and swung off into a by-road

[…]

Η Josella γύρισε με τρομοκρατημένο το πρόσωπο.

Josella turned a terrified face.

“ Είδες τι ήταν αυτό; Τους κυνηγούσαν. ”

“Did-did you see what that was? They were driving them.”

“Ναι,” είπα. “Γι’αυτό πηγαίνουμε στο Clerkenwell. Υπάρχει ένα μέρος εκεί που κάνει τα καλύτερα όπλα και μάσκες στον κόσμο.”

“Yes,” I said. “That’s why we are going to Clerkenwell. There’s a place there that makes the best triffid-guns and masks in the world.”

[…]

Η Josella δεν είπε τίποτα. Ξάπλωσε κοιτάζοντας προς τα πάνω με ένα απόμακρο βλέμμα στα μάτια της. Σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσα να μαντέψω αυτό που περνούσε από το μυαλό της, αλλά δεν είπα τίποτα. Δεν μίλησε για λίγο ενώ, μετά είπε: “Ξέρεις, ένα από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα είναι να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολα χάσαμε έναν κόσμο που φαινόταν τόσο ασφαλής και σίγουρος.”
(σελ. 113)

Josella made no answer. She lay facing upwards with a faraway look in her eyes. I thought perhaps I could guess something of what was passing in her mind, but I said nothing. She did not speak for a little while, then she said: “You know, one of the most shocking things about it is to realize how easily we have lost a world that seemed so safe and certain


[…]

Δεν θα ήταν καθόλου καλό. Όλες οι τριφίδες που το άκουσαν έρχονται εδώ τώρα. Σε περίπου δέκα λεπτά θα σταματήσουν και θα ακούσουν. Εάν βρίσκονται αρκετά κοντά ώστε να ακούσουν αυτά που κάνουν θόρυβο κοντά στον φράκτη, θα προχωρήσουν. Ή εάν είναι πάρα πολύ μακριά για αυτό, αλλά κάνουμε έναν άλλο θόρυβο, θα έρθουν. Αλλά εάν δεν μπορούν να ακούσουν τίποτα καθόλου, θα περιμένουν λίγο, και έπειτα θα συνεχίσουν οπουδήποτε πήγαιναν πριν. (σελ.235)

It wouldn’t be any good. All the triffids that heard it are coming this way now. In about ten minutes they’ll stop and listen. If they’re near enough then to hear the ones by the fence clattering, they’ll come on. Or if they’re too far away for that, but we make another noise, then they’ll come. But if they can’t hear anything at all, they’ll wait a bit, and then just go on wherever they were going before

[…]

“Θα αναπτυχθούν σχεδόν οπουδήποτε, και ήταν αρκετά προσοδοφόρες. Δεν φάνηκαν να είναι τόσες πολλές όταν περιφράχτηκαν στα αγροκτήματα και τους βρεφικούς σταθμούς. Ωστόσο, κρίνοντας από την ποσότητα εδώ γύρω, πρέπει να υπάρχουν ολόκληρες εκτάσεις γης απαλλαγμένες από αυτές τώρα.” (σελ.255)

“ They’ll grow practically anywhere, and they were pretty profitable। There didn’t seem to be so many when they were penned up in farms and nurseries। All the same, judging from the amount round here, there must be whole tracts of country practically free of them now.”


Λίστα με στοιχεία που περιγράφουν την πόλη:

Άδεια και αφύλακτα καταστήματα

Πολυκατοικία που είχε θέα στον κήπο

Εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και φορτηγά στους δρόμους

Γκρην Παρκ

Πικαντίλυ Σέρκους

Πεζοδρόμια και στενές οδοί

Θραύσματα γυαλιού

Ανοιχτός χώρος

Έκταση γρασιδιού

Δρόμος εξήντα μέτρα γεμάτος με ανθρώπους


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου