25.12.10


Τίτλος: Σπηλιές από ατσάλι
Συγγραφέας: Ισαάκ Ασίμωφ
Εκδόσεις: Κάκτος
Φοιτήτρια: Ξενάκη Άννα

Στην ταχυλεωφόρο υπήρχε το συνηθισμένο, εντελώς φυσιολογικό πλήθος «ορθίων» στο κατώτερο επίπεδο και «προνομιούχων καθήμενων» στο επάνω. Ένα ασταμάτητο ρεύμα ανθρωπότητας φιλτραριζόταν απ’ την ταχυλεωφόρο, διέσχιζε τις αποταχυνόμενες λουρίδες προς τους τοπικόδρομους ή τρύπωνε στις ακινητοστάσεις που οδηγούσαν κάτω από αψίδες ή πάνω από γέφυρες στους ατέλειωτους λαβύρινθους των Τμημάτων της Πόλης. Ένα άλλο ρεύμα, κι αυτό ασταμάτητο, ερχόταν μέσα απ’ την άλλη πλευρά, διέσχιζε τις επιταχυνόμενες λουρίδες κι έπαιρνε την ταχυλεωφόρο.
Υπήρχαν τα’ ατέλειωτα φώτα: οι φωτεινοί τοίχοι και τα ταβάνια που έμοιαζαν να στάζουν ψυχρό, ομοιόμορφο φωσφορισμό` οι λαμπερές οδηγίες που κραυγαλέα τραβούσαν την προσοχή: οι σκληρές, αδιάπτωτες ανταύγειες των «φωτοσκουληκιών» που οδηγούσαν «ΠΡΟΣ ΤΜΗΜΑΤΑ ΤΖΕΡΣΕΥ», «ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟΞΑ ΠΡΟΣ ΗΣΤ ΡΙΒΕΡ ΑΛΛΕ-ΡΕΤΟΥΡ», «ΣΤΟ ΑΝΩ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΕΙΔΟΥΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΜΗΜΑΤΑ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΝΤ!»
Πάνω απ’ όλα υπήρχε ο θόρυβος που ήταν αδιαχώριστος από τη ζωή: ο ήχος από εκατομμύρια κουβέντες, βήχες, καλέσματα, μουρμουρητά, ανάσες.
Πουθενά καμία οδηγία για τη Διαστημούπολη, σκέφτηκε ο Μπέηλυ.
Περνούσε από λουρίδα σε λουρίδα, με την άνεση μιας ζωής εξάσκησης. Τα παιδιά μάθαιναν να «πηδάνε τις λουρίδες» μόλις μαθαίνανε να περπατάνε. Ο Μπέηλυ ούτε που καταλάβαινε ότι έσκυβε προς τα μπρος ενάντια στη δύναμη. Σε τριάντα δευτερόλεπτα είχε φτάσει την τελευταία λουρίδα των εξήντα μιλίων την ώρα και μπορούσε να επιβιβαστεί στην κρυσταλλοφραγμένη εξέδρα που αποτελούσε την ταχυλεωφόρο.
Καμία οδηγία για τη Διαστημούπολη, σκέφτηκε.
Καμία ανάγκη για οδηγίες. Αν είχες δουλειά εκεί πέρα, ήξερες και το δρόμο. Αν δεν ξέρεις το δρόμο, δεν έχεις καμία δουλειά εκεί πέρα. Όταν πρωτοδημιουργήθηκε η Διαστημούπολη, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, υπήρχε μια έντονη τάση να γίνει αξιοθέατο. Οι ορδές της Πόλης κατευθύνονταν προς τα εκεί.
Οι Διαστημικοί έβαλαν ένα τέλος σ’ αυτό. Ευγενικά (ήταν πάντα τους ευγενικοί), αλλά χωρίς να συμβιβάζονται με το τακτ, ύψωσαν ένα δυναμικό παραπέτασμα ανάμεσα στους εαυτούς τους και την Πόλη.
Σελ.25

Σηκώθηκε στην εξέδρα της ταχυλεωφόρου, προχώρησε μέσα από τις ακινητοστάσεις στη στενή ελικοειδή ράμπα που οδηγούσε στο ανώτερο επίπεδο κι εκεί κάθισε.
….
Ο αέρας άφηνε το χαρακτηριστικό του σφύριγμα καθώς τριβόταν στους κυρτούς ανεμοστάτες που βρίσκονταν ψηλά πάνω από την πλάτη του κάθε καθίσματος. Αυτό μετέτρεπε την κουβέντα σε αλαλαγμό, αλλά δεν εμπόδιζε τη σκέψη όταν το είχες συνηθίσει.
Οι περισσότεροι Γήινοι ήταν Μεσαιωνιστές με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ήταν κάτι πολύ εύκολο όταν σήμαινε να νοσταλγείς μια εποχή που η Γη ήταν ο μοναδικός κόσμος, κι όχι ένας από τους πενήντα. Και μάλιστα ο μόνος απροσάρμοστος από τους πενήντα.
Σελ.28

Η Πόλη τώρα! Η Πόλη της Νέας Υόρκης στην οποία ζούσε και είχε το βιός του. Μεγαλύτερη απ’ οποιαδήποτε άλλη πόλη εκτός από το Λος Άντζελες. Με μεγαλύτερο πληθυσμό εκτός από τη Σαγκάη. Κι ήταν μόνο τριών αιώνων.
….
Η Γη εξαναγκάστηκε στην αποδοτικότητα με την αύξηση του πληθυσμού. Δύο δισεκατομμύρια κάτοικοι, τρία δισεκατομμύρια, ακόμα και τα πέντε δισεκατομμύρια μπορούσαν να συντηρηθούν από τον πλανήτη με την προοδευτική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Όταν όμως έφτασε τα οχτώ δισεκατομμύρια, φάνηκε ότι η κατάσταση που επικρατούσε έπαιρνε τη μορφή λιμού. Μια ουσιαστική αλλαγή έπρεπε να γίνει στην εξέλιξη του ανθρώπου, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ότι ο Έξω Κόσμος (που μέχρι πριν από χίλια χρόνια δεν ήταν τίποτα άλλο από αποικίες της Γης) ήταν τρομερά αυστηρός στις απαγορεύσεις της μετανάστευσης.
Η ουσιαστική αλλαγή ήταν ο τμηματικός σχηματισμός των Πόλεων μέσα στα χίλια χρόνια της ιστορίας της Γης. Η αποδοτικότητα προϋπέθετε μέγεθος. Ακόμα και στους Μεσαιωνικούς χρόνους αυτό είχε γίνει αντιληπτό, ίσως ασυνείδητα. Η εγχώρια βιομηχανία έδωσε τη θέση της στα εργοστάσια και τα εργοστάσια στις ηπειρωτικές βιομηχανίες.
Σκέψου την έλλειψη αποδοτικότητας εκατό χιλιάδων σπιτιών για εκατό χιλιάδες οικογένειες σε σύγκριση με μια εκατοντοχιλιοστή μονάδα κάποιου Τμήματος` μια συλλογή βιβλιοταινιών σε κάθε σπίτι σε σχέση με μια συμπυκνωμένη ταινιοθήκη ενός τμήματος` ένα ανεξάρτητο βίντεο για κάθε οικογένεια σε σύγκριση με τα συστήματα βιντεοκυκλωμάτων.
Με τον ίδιο τρόπο, σκέψου την απλοϊκή τρέλα των ατέλειωτων αντιγράφων κουζίνας και μπάνιου σε σύγκριση με τις τόσο χρήσιμες αίθουσες δείπνου και λουτρού που παρείχε η εξέλιξη της Πόλης.
Όλο και περισσότερο τα χωριά, οι πολίχνες, και οι «πόλεις» της Γης πέθαναν και τις κατάπιαν οι Πόλεις. Ακόμη και οι πρώτες προοπτικές ενός ατομικού πολέμου μονάχα που αργοπόρησαν αυτή την τάση. Με την εφεύρεση του δυναμικού πεδίου, η τάση πήρε τη μορφή ενός ακατάσχετου αγώνα δρόμου.
Πολιτισμός μια Πόλης σήμαινε τον καλύτερο καταμερισμό τροφής, αύξηση της χρήσης της μαγιάς και των υδροπονικών καλλιεργειών. Η Πόλη της Νέας Υόρκης απλωνόταν σε μια έκταση μεγαλύτερη από διακόσια τετραγωνικά μίλια και στην τελευταία απογραφή ο πληθυσμός της περνούσε τα είκοσι εκατομμύρια. Υπήρχαν στη Γη γύρω στις οκτακόσιες Πόλεις, με μέσο πληθυσμό δέκα εκατομμύρια.
Κάθε Πόλη έγινε μια ημιαυτόνομη μονάδα, με οικονομική αυτεπάρκεια. Μπορούσε να στεγαστεί εκεί, ν’ απλωθεί σε έκταση, να χωθεί βαθιά. Κάθε Πόλη έγινε μια σπηλιά από ατσάλι, μια τρομερή, αυτάρκης σπηλιά από ατσάλι και μπετόν.
Μπορούσε να διαμορφωθεί επιστημονικά. Στο κέντρο βρισκόταν το τεράστιο συγκρότημα των διοικητικών γραφείων. Προσεκτικά προσανατολισμένα το ένα σε σχέση με το άλλο και με το σύνολο ήταν τα μεγάλα Τμήματα κατοικιών που τα συνέδεαν και τα δικτύωναν η ταχυλεωφόρος και οι τοπικόδρομοι. Προς τις άκρες ήταν τα εργοστάσια, οι εγκαταστάσεις υδροπονικών καλλιεργειών, οι δεξαμενές καλλιέργειας μαγιάς, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού. Ανάμεσα σ’ όλο αυτό το σύμπλεγμα περνούσαν οι σωλήνες του νερού, οι υπόνομοι, υπήρχαν σχολεία, φυλακές και καταστήματα, γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και οι φορείς των τηλεπικοινωνιών.
….
Ουσιαστικά κανένας, από τον πληθυσμό της Γης, δε ζούσε έξω από τις Πόλεις. Έξω ήταν η ερημιά, ο ανοικτός ουρανός που λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν με την πιο υποτυπώδη ψυχραιμία. Βέβαια, ο ανοιχτός χώρος ήταν χρήσιμος. Κρατούσε το νερό, που ήταν απαραίτητο για τους ανθρώπους, το κάρβουνο και το ξύλο, που ήταν οι απαραίτητες πρώτες ύλες για τα πλαστικά και για τις αιώνια παραγόμενες μαγιές. (Το πετρέλαιο είχε εξαντληθεί από καιρό, αλλά ειδικά γένη μαγιάς, πλούσια σε πετρέλαιο, ήταν το κατάλληλο υποκατάστατο). Το έδαφος ανάμεσα στις Πόλεις περιείχε ακόμα τα ορυχεία, και το εκμεταλλεύονταν ακόμα τώρα περισσότερο απ’ ότι μπορούσαν ν’ αντιληφθούν οι περισσότεροι άνθρωποι, για να καλλιεργούν τροφές και να βόσκουν τα κοπάδια
Σελ.29

Η αστυνομική δύναμη της Πόλης, όπως και μερικοί ανώτεροι λειτουργοί, μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιούν τα ανεξάρτητα περιπολικά στους διαδρόμους της Πόλης ή ακόμη και τους αρχαίους υπόγειους αυτοκινητόδρομους που τώρα απαγορεύονταν στους πεζούς. Υπήρχαν μόνιμες αιτήσεις από τους Φιλελεύθερους να μετατραπούν αυτοί οι αυτοκινητόδρομοι σε παιδικές χαρές, σε καινούριες περιοχές καταστημάτων, ή σε προεκτάσεις ταχυλεωφόρων ή τοπικόδρομων.
….
Ο Μπέηλυ είχε ταξιδέψει πολλές φορές στη ζωή του με αυτοκινητόδρομους, όμως η προσβλητική ερημιά τους πάντα τον στεναχωρούσε. Έμοιαζαν να βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακριά από το ζεστό, ζωντανό σφυγμό της Πόλης. Ο αυτοκινητόδρομος απλωνόταν τώρα σαν ένα τυφλό κι άδειο σκουλήκι μπροστά στα μάτια του, καθώς καθόταν στον έλεγχο του περιπολικού. Ανοιγόταν συνέχεια σε καινούριες εκτάσεις καθώς έστριβε από τη μια άνετη καμπή ή την άλλη. Πίσω του, το ήξερε χωρίς να κοιτάξει, ένα άλλο τυφλό κι αδειανό σκουλήκι συστελλόταν κι έκλεινε συνέχεια. Ο αυτοκινητόδρομος ήταν καλοφωτισμένος, όμως ο φωτισμός δεν είχε κανένα νόημα στη σιγή και την ερημιά.
Σελ. 93

Βρισκόταν πάλι σ’ ένα διάδρομο, όμως υπήρχε κάτι το αλλόκοτο γύρω του. Επάνω ψηλά, το φως είχε μια παράξενη ποιότητα. Ένιωσε ένα ρεύμα αέρα ενάντια στο πρόσωπό του και, αυτόματα, σκέφτηκε ότι θα πέρασε κανένα περιπολικό.
Ο Ρ. Ντανηήλ θα πρέπει να διάβασε την ανησυχία του στο πρόσωπό του. Είπε: «Ουσιαστικά, τώρα βρισκόμαστε στον ανοιχτό αέρα, Ηλάια. Δεν υπάρχει κλιματισμός.»
Σελ. 99

Άλλα, χειρότερα ακολούθησαν. Ο διάδρομος άνοιγε σε μια γαλαζιότητα κι όπως πλησίαζαν την άκρη του, ένα δυνατό άσπρο φως τους έλουσε. Ο Μπέηλυ είχε ξαναδεί το φως του ήλιου. Είχε πάει σ’ ένα Σολάριουμ μια φορά, για μια επαγγελματική υπόθεση. Όμως εκεί, ένα προστατευτικό κρύσταλλο περικλείνει το χώρο και η εικόνα του ήλιου διαχύνεται σε μια γενική ανταύγεια. Εδώ, όλα ήταν ανοιχτά.
Σελ. 100

Αργά, το περιπολικό τους κύλισε στη λουρίδα των οχημάτων. Η πραγματικότητα ξεπηδούσε από παντού ολόγυρα στον Μπέηλυ. Ο εκρηκτήρας του ήταν βαρύς και ζεστός πάνω στο γοφό του, δίνοντάς του σιγουριά` ο θόρυβος και ο παλμός της ζωής της Πόλης ήταν άλλο τόσο ζεστός και του έδινε άλλη τόση σιγουριά.
Για μια στιγμή, καθώς η Πόλη έκλεινε από πάνω του, η μύτη του τρεμόπαιξε σε μια σύντομη και φευγαλέα ξινίλα.
Σκέφτηκε απορημένος: Η Πόλη βρωμάει.
Σκέφτηκε τα είκοσι εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα παστωμένα μέσα στ’ ατσάλινα τείχη της μεγάλης σπηλιάς και για πρώτη φορά στη ζωή του, τα μύρισε με ρουθούνια που είχαν καθαριστεί απ’ τον αέρα της υπαίθρου.
Αναλογίστηκε: Μήπως θα είναι διαφορετικά σ’ έναν άλλο κόσμο; Λιγότεροι άνθρωποι και πιο πολύς αέρας-πιο καθαρός;
Όμως ο απογευματινός ορυμαγδός της Πόλης τους κύκλωνε, η μυρωδιά έσβησε και χάθηκε, κι ένιωσε να ντρέπεται λιγάκι για τον εαυτό του.
Σελ. 133

Το περιπολικό βιράρισε στη μια πλευρά και σταμάτησε δίπλα στον απρόσωπο μπετονένιο τοίχο του αυτοκινητόδρομου. Όπως σταμάτησε το μουρμουρητό της μηχανής του, η σιωπή ήταν απόλυτη κι έντονη.
….
Κάποιο ανεξάρτητο τμήμα του εγκεφάλου του Μπέηλυ αναρωτήθηκε αν βρισκόταν πια κανένας άνθρωπος που να γνώριζε καλά όλους τους αυτοκινητόδρομους που περιπλέκονταν στα έγκατα της Πόλης της Νέας Υόρκης! Δεν υπήρχε καμία στιγμή, μέρα ή νύχτα, που ολόκληρο το σύστημα των αυτοκινητοδρόμων να ήταν απόλυτα άδειο, κι όμως θα υπήρχαν μερικά ανεξάρτητα περάσματα που κανένας άνθρωπος δε θα είχε εισχωρήσει για χρόνια.
Σελ.135

Τα τμήματα κουζίνας ήταν ίδια σ’ ολόκληρη την Πόλη. Κι ακόμη, ο Μπέηλυ που είχε ταξιδέψει για δουλειές στην Ουάσινγκτον, στο Τορόντο, το Λος Άντζελες, το Λονδίνο, τη Βουδαπέστη, τις βρήκε κι εκεί ίδιες κι απαράλλαχτες. Ίσως να ήταν διαφορετικές στους Μεσαιωνικούς χρόνους, όταν οι γλώσσες ήταν διαφορετικές και η διαιτητική επίσης. Σήμερα, τα προϊόντα της μαγιάς ήταν ίδια από τη Σαγκάη στην Τασκένδη κι από την Ουίννιπεγκ στο Μπουένος Άιρες και τα αγγλικά μπορεί να μην ήταν τα «αγγλικά» του Σαίξπηρ ή του Τσόρτσιλ, ήταν όμως το τελικό μίγμα που μιλίοτανε σ’ όλες τις ηπείρους καθώς και, με μερικές παραλλαγές, στους Εξωτερικούς Κόσμους επίσης.
Αν, όμως παραμέριζες τη γλώσσα και τη διαιτητική, υπήρχαν οι χαρακτηριστικότερες ομοιότητες. Υπήρχε πάντα εκείνη η ειδική μυρωδιά, απροσδιόριστη αλλά τόσο χαρακτηριστική της «κουζίνας». Υπήρχε η τριπλή ουρά που προχωρούσε αργά, ενωνόταν στην πόρτα και μετά χωριζόταν πάλι, δεξιά, αριστερά, κέντρο. Υπήρχε η βοή που δημιουργούσε η ανθρωπότητα μιλώντας και προχωρώντας, κι ο κοφτός θόρυβος που έκανε το πλαστικό πάνω στο πλαστικό. Υπήρχε η λάμψη της απομίμησης του ξύλου, καλογυαλισμένου, η ανταύγεια των φώτων πάνω στα κρύσταλλα, τα μακριά τραπέζια, μια ιδέα από ατμό στον αέρα.
Σελ.145

Όχι, μια σίγουρη εξέγερση θα έπρεπε να έχει σχεδιαστεί για τις λεωφόρους της Πόλης, σε κάποιο σχετικά στενό πέρασμα. Ο πανικός και η υστερία δε θα αναπτύσσονταν γρήγορα ανάμεσα στα στενώματα και θα υπήρχε χρόνος για μια σβέλτα, προετοιμασμένη εξαφάνιση μέσα από τα σοκάκια, ή το απαρατήρητο ανέβασμα σ’ ένα κλιμακωτό τοπικόδρομο, που θα τους μετέφερε σ’ ένα ψηλότερο επίπεδο κι από εκεί θα χανόντουσαν.
Σελ.153

Βγήκαν πάλι σ’ ένα τοπικόδρομο και σα σβούρα πέρασαν τις λουρίδες μέχρι που με θόρυβο έφτασαν σε μια είσοδο, μεγάλη κι επιβλητική στην όψη.
Σελ.159

Ο Μπέηλυ έβλεπε την εικόνα μιας Γης με απεριόριστη ενέργεια. Ο πληθυσμός θα μπορούσε να συνεχίζει την αύξησή του. Τα αγροκτήματα μαγιάς θα μπορούσαν να εξαπλώνονται, η υδροπονική καλλιέργεια να γίνει πιο έντονη. Το μόνο απαραίτητο πράγμα ήταν η ενέργεια. Οι πρώτες ύλες θα μπορούσαν να μεταφερθούνε από τους ακατοίκητους βράχους του Συστήματος. Αν ποτέ το νερό δημιουργούσε προβλήματα, θα μπορούσαν να μεταφέρουν όσο χρειάζεται από τα φεγγάρια του Δία. Διάβολε, οι ωκεανοί, θα μπορούσαν να παγώσουν τους ωκεανούς, να τους τραβήξουν έξω στο διάστημα κι εκεί να περικυκλώνουν τη Γη σα φεγγαράκια από πάγο. Εκεί θα’ μεναν, πάντοτε έτοιμοι για χρησιμοποίηση, ενώ οι βυθοί των ωκεανών θα πρόσφεραν περισσότερη γη για εκμετάλλευση, περισσότερο χώρο για να ζήσει κανείς. Ακόμη κι ο άνθρακας και το οξυγόνο μπορούσαν να συντηρηθούν και ν’ αυξηθούνε στη Γη, αν μεταχειρίζονταν την ατμόσφαιρα μεθανίου του Τιτάνα και το παγωμένο οξυγόνο του Ούμπριελ.
Σελ.191

Μαγιά-τάουν δεν ήταν το επίσημο όνομα καμιάς γειτονιάς της Πόλης της Νέας Υόρκης. Δεν μπορούσε να το βρει κανείς σε κανένα άτλαντα ή αστυνομικό χάρτη. Αυτό που στη λαϊκή γλώσσα λεγόταν Μαγιά-τάουν ήταν, για το Ταχυδρομείο, μονάχα οι περιοχές του Νιούαρκ, του Νιου Μπρούνσβικ και του Τρέντον. Ήταν μια φαρδιά λουρίδα κατά μήκος της περιοχής, που στους Μεσαιωνικούς χρόνους λεγόταν Νιού Τζέρσεϋ, διάστικτη με κατοικημένες εκτάσεις, ιδιαίτερα στο Νιούαρκ Σέντερ και στο Τρέντον Σέντερ που, όμως, το μεγαλύτερο μέρος της είχε δοθεί στα πολυώροφα αγροκτήματα στα οποία φυτεύονταν και αυξάνονταν χιλιάδες ποικιλίες μαγιάς.
Σελ.217

1 σχόλιο:

  1. Σύντομα θα αναρτήσω και το σχολιασμό μου.Προς το παρόν καλή ανάγνωση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή