31.12.10

ηλεκτρικο προβατο , φιλιπ ντικ


μετα απο μεγαλη προσπαθεια καταφερα να βρω το ηλεκτρικο προβατο του φιλιπ ντικ σε ενα βιβλιοπωλειο της θεσσαλονικης। το βιβλιο θα βρισκεται στα χερια μου απο τη δευτερα, οποτε στα μεσα της επομενης εβδομαδας θα εχω καταφερει να αναρτησω αποσπασματα। καλη χρονια।

30.12.10

William Gibson , Εικονικό φως

Τωρα ξεκίνησα να το διαβάζω θα ανεβάσω το συντομότερο.

ΦΙΛΙΠ ΝΤΙΚ-UBIK-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : ΤΙΝΑ ΘΕΟΥ-ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΤΟΠΟΣ

ΦΙΛΙΠ ΝΤΙΚ-UBIK-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ : ΤΙΝΑ ΘΕΟΥ-ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΤΟΠΟΣ

"Τα Δεσμά της Ερωτικής Πολυμορφικής Εμπειρίας", ένα υπόγειο κτίσμα εξήντα δωματίων όπου καταφεύγουν επιχειρηματίες με τις πόρνες τους, όταν δεν θέλουν να τις δεχτούν σπίτι τους. σελ.12

Ως ιδιοκτήτης του« Μορατόριουμ των Αγαπητών Αδερφών» , ο Χέρμπερτ Σενχαϊτ φον Φόγκελσανγκ έφτανε πάντοτε στη δουλειά πριν από τους υπαλλήλους τους. Εκείνο το βράδυ,μέσα στο παγωμένο,γεμάτο αντιλάλους κτίριο,που μόλις άρχιζε να σαλεύει ένας κληρικός με ανήσυχη έκφραση και χοντρά γυαλιά, ντυμένος με μπλέιζερ από ριγέ γούνα και μυτερά κίτρινα παπούτσια, περίμενε στον πάγκο της υποδοχής,με την απόδειξη ανά χείρας. σελ.13

[…]Ο Χέρμπερτ στράφηκε και προχώρησε προς τους κάδους ψυχρής συντήρησης[…]Μηχανικά, τοποθέτησε ένα φορητό πρωτοφασονικό ενισχυτή μέσα στο διαφανές πλαστικό κάλυμμα του φερέτρου, τον συντόνισε και άρχισε να αναζητά κάποια ένδειξη εγκεφαλικής δραστηριότητας στην κατάλληλη συχνότητα. σελ.14

[…]Φορούσε πολύχρωμο κοστούμι από ντάκρον, από αυτά που δεν χρειάζονται σιδέρωμα, φαρδύ πλεκτό ζωνάρι και λαιμοδέτη από βαμμένη γάζα. σελ 17

[…]ακολουθώντας τον Χέρμπερτ σε ένα περιφερειακό γραφείο , όπου δούλευαν αρκετοί υπάλληλοι , και κατόπιν σε ένα άδειο εσωτερικό δωμάτιο, πλημμυρισμένο από τη μυρωδιά παλιών, αχρήστων μικροεγγράφων. σελ.20

Όρθια μέσα στο διάφανο φέρετρο, τυλιγμένη από δύσοσμες αναθυμιάσεις ψυκτικού αερίου, η Έλλα… σελ 22

Πως ήταν, αναρωτήθηκε , να βρίσκεται κανείς στη μισοζωή; […]«η βαρύτητα», του είχε πεί κάποτε «σταματά να σε επηρεάζει και αρχίζεις να αιωρείισαι ,όλο και συχνότερα».« Όταν τελειώσει και η μισοζωή» ,του είχε πεί ,« νομίζω ότι φεύγεις έξω από το σύστημα, πηγαίνεις στα άστρα». σελ 24

[…]Βγήκε από το πνιγηρό σκονισμένο γραφείο και περιπλανήθηκε ανάμεσα στα παγωμένα φέρετρα ,που ήταν αριθμημένα και αραδιασμένα σε τακτικές σειρές. σελ 29

[…], μπορούμε να την τοποθετήσουμε σε έναν θάλαμο υψηλής διαβάθμισης , με τοιχώματα μονωμένα και ενισχυμένα με τεφλόν 26, ώστε να αποτρέπεται η ετεροψυχική έγχυση[…] σελ 32

Όταν ντύθηκε –σπόρ βυσσινί κιμονό , παπούτσια στολισμένα με χρυσόσκονη και μύτες γυριστές προς τα πάνω, καθώς και ένα τσόχινο κασκέτο με φούντα –έψαξε στην κουζίνα γεμάτος ελπίδα για κάποιο ίχνος καφέ .Μάταια. Ύστερα εστίασε την προσοχή του στο σαλόνι και ανακάλυψε, δίπλα στην πόρτα που οδηγούσε στο μπάνιο , τη μακριά κάπα με τα μπλέ πουά που φορούσε χθες βράδυ και μια πλαστική σακούλα…. Σελ. 39

Η κοπέλα φορούσε ένα χοντρό πουκάμισο απομίμησης καραβόπανου, τζιν και χοντρές μπότες ,λερωμένες, όπως φαινόταν ,από αυθεντική λάσπη. Σελ 41

Τετράγωνος και φουσκωτός, σαν υπέρβαρο τούβλο, ντυμένος με το συνιθισμένο μοχέρ πόντσο του, βερικοκί τσόχινο καπέλο, κάλτσες του σκί με ρόμβους και μαλακές παντοφλες, προχώρησε προς … σελ. 42

Επιστρέφοντας στην Νέα Υόρκη από το ταξίδι του στο « Μορατόριουμ των Αγαπητών Αδερφών», ο Γκλέν Ραινσιτερ προσγειώθηκε σε μια εντυπωσιακή ,αθόρυβη λιμουζίνα, εξ ολοκλήρου ηλεκτρική ,στην κορυφή του κεντρικού κτιρίου της Ράινσιτερ & Σια.ενα φρεάτιο καθόδου τον οδήγησε γρήγορα στο γραφείο του στον πέμπτο όροφο. Σελ.55

Φοράει ακόμη το ζωνάρι του, σε χρώμα κίτρινο ελεκρτίκ , πλισέ φούστα , κολάν και στρατιωτικό κασκέτο. Σελ 57

Φορούσε ένα παλιομοδίτικο πανωφόρι από μετάξι αράχνης, θυμίζοντας συμπαθητικό ζουζούνι τυλιγμένο σε κουκούλι που είχε υφάνει κάποιος άλλος. Σελ 58

Η εν λόγω επιχείρηση , που έχει τη βάση της στην σελήνη, είναι η «techprise», […] το σεληνιακό πρόγραμμα αφορά σε ένα νέο, πρωτοποριακό σύστημα χαμηλού κόστους για διαστρικές μετακινήσεις με την ταχύτητα του φωτός,… σελ 62-63

Μια νεαρή κοπέλα αδύνατη σαν τηλεγραφόξυλο, με γυαλιά και ίσια μαλλιά στο χρώμα του λεμονιού, ντυμένη με βερμούδα, μαύρη δαντελωτή μαντίλα και καουμπόΪκο καπέλο αυτή μάλλον ήταν η Έντι Ντορν.Μια μελαχρινή γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία, με ανήσυχα, τρελά μάτια ,ντυμένη με μεταξωτό σάρι νάιλον όμπι και σοσονια. […]Ένας κατσαρομάλλης έφηβος που απέπνεε αλαζονεία και κυνισμό ,τούτος εδώ με λουλουδάτη χαβανέζικη πουκαμίσα και μποξεράκι από σπάντεξ. Σελ 79

Δίπλα στο παράθυρο , ο Τζι Τζι Άσγουντ, που φορούσε το συνηθισμένο κομψό σαλβάρι του στο χρώμα της σημύδας, ζώνη από κανναβόσκοινο, διαφανές μπλουζάκι με τρυπούλες και ψηλό καπέλο μηχανοδηγού,…σελ.82

Φορούσε μια τυρολέζικη φορεσιά από πολυέστερ, φιλέ στα μακριά μαλλιά του, προστατευτικό δερμάτινο παντελόνι σαν των καουμπόηδων με ψεύτικα ασημένια άστρα. Και σανδάλια. Σελ. 88

Ένας νεαρός με κεφάλι σαν πεπόνι και ανύπαρκτη μύτη, ντυμένος με μάξι φούστα, σήκωσε ψηλά το χέρι του με… σελ 88

[…]μέσα του, όργανα και σωλήνες και βαλβίδες και αεροσυμπιεστές και ιμάντες μάχονταν για ένα χαμένο σκοπό, σε έναν αγώνα ουσιαστικό καταδικασμένο. Σελ 89

Κάρφωσε το βλέμμα του σε έναν πλαδαρό, μεσήλικα άντρα με μεγάλες πετούσες και αφύσικη όψη, με μαλλιά κολλημένα στο κρανίο του, δέρμα στο χρώμα της λάσπης και περίεργο εξογκωμένο μήλο του Αδάμ. Ήταν ντυμένος για την περίσταση με μια καμιζόλα, κόκκινη σαν τον πισινό μπαμπουίνου. Σελ 90

Ο κύριος Απόστος, φαλακρός και γενειοφόρος, με το χρυσό λαμέ παντελόνι του να αστραφτεί… σελ 90

Θα ταξιδέψουμε με το δικό μας αεροσκάφος;[…]Το" Pratfall II" θα απογειωθεί από τον κεντρικό διάδρομο στην κορυφή του κτιρίου στις τέσσερις. Σελ 91

Καλωσορίσατε στην σελήνη, αναφώνησε χαρωπά η Ζόι Γουίρτ, με τα χαμογελαστά τεράστια μάτια της να κρύβονται πίσω από τα τριγωνικά γυαλιά της με τον κόκκινο σκελετό. […]αυτή η υπόγεια ξενοδοχειακή σουίτα, διακοσμημένη από την καλλιτέχνιδα αδερφή του κυρίου Χάουαρντ, Λάντα, απέχει μόλις τριακόσια μέτρα από τις βιομηχανικές και ερευνητικές εγκαταστάσεις… σελ. 92

«Που είναι η τουαλέτα»;«Θα δοθεί σε όλους ένας χάρτης που θα σας βοηθήσει να την εντοπίσετε» […]Αυτή η σουίτα συνέχισε διαθέτει κουζίνα με συσκευές χωρίς κερματοδέκτη, καθώς η λειτουργία τους είναι δωρεάν. […] μπορεί να φιλοξενήσει είκοσι άτομα και διαθέτει αυτονομία αερισμού ,κλιματισμού, ύδρευσης και αποχέτευσης, καθώς και ασυνήθιστη ποικιλία τροφίμων, συν τηλεόραση κλειστού κυκλώματος και ηχητικό σύστημα πολυφωνικού φωνογράφου υψηλής πιστότητας. […]«ο χάρτης μου», είπε ο Αλ Χαμοντ, «δείχνει μόνο εννιά κρεβατοκάμαρες».«Κάθε κρεβατοκάμαρα», είπε η δεσποινίς γουιρτ «περιέχει δυο κρεβάτια-κουκέτες, δηλαδή δεκαοχτώ κλίνες συνολικά. Επιπλέον πεντε από τα κρεβάτια είναι διπλά» σελ94

«Ωστόσο, όλες οι συσκευές διανομής φαρμάκων διαθέτουν κερματοδέκτη. Θα ήθελα να προσθέσω, επίσης, ότι θα βρείτε στην αίθουσα παιχνιδιών της σουίτας ένα μηχάνημα διανομής ηρεμιστικών.» Σελ 96

Κάμποσοι προγνωσιακοί και τηλεπαθητικοί κατέβηκαν με μια σκάλα πλεγμένη από εκλεκτή φυσική κάνναβη στο μπαλκόνι έξω από το παράθυρο μου μπήκαν λιώνοντας τον τοίχο…. Σελ 96-97

Ο σαντον μικ, φορούσε φούξια κολάν που έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας, ροζ παντόφλες από γούνα γιακ, αμάνικη μπλούζα από φιδόδερμα και μια κορδέλα στα βαμμένα λευκά μαλλιά του, που του έφταναν ως τη μέση. Σελ98

Μπροστά τους ανοιγόταν ένα κυλιόμενος διάδρομος που ανηφόριζε προς ένα πλάτωμα.Στην απέναντι πλευρά, πίσω από τις θύρες αερομεμβράνης, διέκριναν τη βάση του σκάφους τους. Σελ105

Η πλαστική σήραγγα που οδηγούσε από το σκάφος τους στο πλάτωμα ήταν ακομη εκεί. Σελ 106

Το πρόσωπο της ήταν μουτζουρωμένο και η συνθετική, αμάνικη μπλούζα της ειχε σκιστεί, φαινόταν η ελαστική ταινία που ,σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας,συγκρατούσε τον στήθος της:Ηταν διακοσμημένη με κομψά ανάγλυφα κρίνα σε αχνορόδινο χρώμα και, χωρίς λογική αιτία, αυτό το άσχετο, ασήμαντο αισθητηριακό δεδομένο καταγράφηκε στο νου του. Σελ108

«Είναι εκείνο το παραθυράκι στο νόμο σχετικά με την αστική δικαιοδοσία στη σελήνη». Σελ 117

Ένα ελικόπτερο με την επιγραφή « Μορατόριουμ των Αγαπητών Αδερφών», τροφοδοτούμενο από ηλιακούς συσσωρευτές, περίμενε στην άκρη του διαστημοδρομιου της Ζυρίιχης. Δίπλα του στεκόταν ένας άνθρωπος που θύμιζε σκαθάρι με ευρωπαϊκό στιλ :τουΐντ τήβεννος, παντοφλέ παπούτσια , βυσσινί ζωνάρι και πορθυρό σκουφί με προπελακι. Σελ 119

Χάζευε τις αεροδυναμικές, γεροφτιαγμένες πολυκατοικίες της Ζυρίχης να φεύγουν χαμηλά, μια περήφανη και μεγαλοπρεπή πομπή που τράβηξε και το βλέμμα του Τζο. ΣΕΛ.123

«Ηρεμιστικες τσιχλες με γευση ροδακινου» σελ. 124

«[…] .Ενώ θα περιμένετε, τα χρώματα και τα σχήματα του χώρου θα ενσταλάζουν ηρεμία στο υποσυνείδητο σας και, μόλις οι τεχνικοί μου αποκαταστήσουν την επαφή με τον κύριο Ραινσιτερ ,θα σας τον φέρουμε αμέσως.» ΣΕΛ125

Στις φωτογραφίες δεν φαίνονται όλα αυτά , τα ατελή επίπεδα και οι λοξές επιφάνειες .θυμίζει εύθραυστο αντικείμενο που έπεσε κάτω, έσπασε , ξανακολλήθηκε και δεν θα είναι ποτέ όπως πρίν. Σελ 130

Το φως της ημέρας εισέβαλε στο κομψό δωμάτιο του ξενοδοχείου, αποκαλύπτοντας μεγαλόπρεπα σχήματα που ,όπως συνειδητοποίησε ο Τζο Τσιπ ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του ,ήταν τα έπιπλα: εντυπωσιακές κουρτίνες με χειροποίητες νεομεταξοτυπίες που απεικόνιζαν την άνοδο του ανθρώπου από τους μονοκύτταρους οργανισμούς του Καμβρίου, την πρώτη ελεγχόμενη επανδρωμένη μηχανοκίνητη πτήση στις αρχές του εικοστού αιώνα. Μια μεγαλοπρεπή σιφονιέρα από ψευδομαόνι, τέσσερις πολύχρωμες, κρυπτοεπιχρωμιωμένες ανακλινόμενες πολυθρόνες… ΣΕΛ136

Σε μια γωνιά του δωματίου ακούστηκε ένα κουδούνισμα και μια μηχανική φωνή είπε:« είμαι η δωρεάν συσκευή ομοιοεφημερίδων… σελ 139

«Φορούσε πράσινη τσόχινη φουφούλα, γκρίζες κάλτσες του γκολφ, μπλούζα από δέρμα ασβού ανοιχτή στο στήθος και λουστρίνια από απομίμηση δέρματος;» σελ 142

Επελεξαν το« Σουπερμάρκετ των Τυχερων» […]Το πακέτο γλίστρησε από τον σωλήνα και έπεσε στο πάγκο.« Ενενήντα πέντε σεντς» απαίτησε η μηχανή. ΣΕΛ 161

Και το έτοιμο γεύμα με αρειανή σκουληκόκαμπια. Σελ162

Ο ανελκυστήρας έφτασε…έσπρωξε σκεφτικά στο πλάι την πόρτα ασφαλείας το σιδερένιο κιγκλίδωμα.Και βρέθηκε μπροστά σε έναν ανοιχτό θάλαμο με γυαλισμένα μπρούτζινα διακοσμητικά ,κρεμασμένο από συρματόσχοινο. ΣΕΛ 169

Του θύμισε τα τελευταία λεπτά τους στην σεληνη. Το κρύο αλλοίωνε τις επιφάνειες των αντικειμένων, παραμορφωνόταν, διαστελλόταν ,σχημάτιζε βολβώδεις όζους που σφύριζαν δυνατά και έσκαγαν .Μέσα από τις …ογκόλιθοι.Ο ανεμος σαρωνε…τους ογκόλιθους. Σελ 171

Στην γενέτειρα του επέστρεψε σήμερα…καθόλου ευχάριστες. Τραγωδία χτύπησε…πρόνοια της γης. Σε μια τρομοκρατική βομβιστική επίθεση…πριν το σώμα του τοποθετηθεί στην ψυχρή συντήρηση. Μεταφέρθηκε στο « Μορατόριουμ των Αγαπητών Αδερφών» ..να αναβιώσει σε μισοζωή.Οταν πλέον κατέστη σαφές …θα εκτεθεί σε δημόσιο προσκύνημα στο «Νεκροφυλάκειο του Απλού Ποιμένα»Στην οθόνη εμφανίστηκε ένα παλιομοδίτικο λευκό ξύλινο κτίριο … σελ 178

Το ταξί τον άφησε στη κορυφή της πολυκατοικίας του. Κατέβηκε με την κυλιόμενη ράμπα ως την πόρτα του. Με ένα κέρμα που του είχε δώσει κάποιος- ο Αλ ή η Πατ, δεν ήταν σίγουρος – άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.Το σαλόνι μύριζε αμυδρά τηγανίλα…και η πόρτα του φούρνου γεμάτη καμένα λίπη. Σελ. 187

Κοιτώντας τριγύρω στο σαλόνι, ανακάλυψε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μπαρόκ πόδια, σκεπασμένο με γυαλί,.. Το ανθεκτικό δάπεδο με το ουδέτερο χρώμα είχε μετατραπεί σε παρκέ. Στο κέντρο του δωματίου ήταν στρωμένο ένα ξεθωριασμένο τούρκικο χαλί, φορτωμένο τη σκόνη πολλών χρόνων….Στην μιαν άκρη του σαλονιού εντόπισε μία σόμπα γκαζιού… σελ 190

Έριξε πέντε σεντς στην πόρτα, προχώρησε τρέχοντας σχεδόν στον διάδρομο προς την κυλιόμενη ράμπα…Η ράμπα, όμως , είχε πια μεταμορφωθεί σε μια αδρανή τσιμεντένια σκάλα. σελ 193

Φτάνοντας στο ισόγειο, αντίκρισε ένα μεγάλο προθάλαμο και ένα μακρύ τραπέζι με μαρμάρινη επιφάνεια στο οποίο ήταν τοποθετημένα δυο κεραμικά βάζα με λουλούδια, μάλλον αγριόκρινα. Τέσσερα πλατιά σκαλοπάτια ο οδηγούσαν στην εξώπορτα που ήταν πλαισιωμένη από κουρτίνες ,άδραξε το πολύεδρο γυάλινο πόμολο και άνοιξε την πόρτα. Σελ 194

«Τι σημαινει ψιονικος;»« παραψυχολογικες ικανοτητες»…«Πνευματικες δυναμεις που δρουν αμεσα, χωρις την παρεμβαση καποιου οργανικου παραγοντα.» σελ 209

Θα δεις ένα κτίριο από τούβλα με μια επιγραφή από νέον να αναβοσβήνει "Ξενοδοχείο Μερεμόντ" σελ 227

Στην περιφέρεια της όρασης του, διέκρινε το ψηλό , κίτρινο κτίριο με τους ξεφλουδισμένους σοβάδες. Όμως κάτι παράξενο συνέβαινε…..,σαν κάτω από το κτίσμα να παλλόταν κάτι οργανικό .Σαν να είναι ζωντανό. Σελ 230

Συγκεντρώθηκε σε αυτό το σημείο , ύστερα διέκρινε σιγά σιγά τον προθάλαμο, τη διακόσμηση στο στιλ των αρχών του αιώνα και τον περίτεχνο κρυστάλλινο πολυέλαιο με το πολυδιάστατο κίτρινο φως. «Να καθίσω ;» είπε και ψηλαφητά βρήκε μια ψάθινη καρέκλα. Σελ 240

Το δάπεδο υψώθηκε προς το μέρος του, και διέκρινε σχήματα στη μοκέτα ,σπείρες και σχήματα και λουλουδάτα μοτίβα σε κόκκινο και χρυσό, φθαρμένα, άμορφα, θαμπά. τα χρώματα είχαν σβήσει και, καθώς χτυπούσε στο δάπεδο, σχεδόν χωρίς πόνο. είναι πολύ παλιό αυτό το δωμάτιο, σκέφτηκε. Σελ 253

Ο αέρας αστροβόλησε, σαν να είχε πλημμυρίσει με φωτεινά σωματίδια , σαν ενέργεια του Ηλίου να είχε συγκεντρωθεί εδώ, σε αυτό το παλιό δωμάτιο ξενοδοχείου. ΣΕΛ254

Είδαν τους ατμούς να συμπυκνώνονται, λιμνούλες γυάλιζαν στη μοκέτα και φωτεινά ρυάκια έρεαν στον τοίχο πίσω από τον Ντενι. ΣΕΛ 272

Αφού βρήκε το γραφείο 4-Β , ο Ραινσιτερ άρχισε να βηματίζει ανυπόμονα πέρα δώθε. Κάποια στιγμή , εμφανίστηκε ένας υπάλληλος του μορατόριουμ , σπρώχνοντας το φέρετρο της Έλλας πάνω σε καρότσι. Σελ 298

Ειμαι UBIK .πριν από το σύμπαν , εγώ. Εγώ έφτιαξα τους Ήλιους . Εγώ έφτιαξα τους κόσμους. Εγώ δημιούργησα τα όντα και τους τόπους όπου ζούν . Εγώ τα μεταφέρω εδώ, εγώ τα τοποθετώ εκεί. Πηγαίνουν όπου τους πω , κάνουν όπως τους προστάζω. Εγώ είμαι ο κόσμος και το όνομα μου είναι ανείπωτο , άγνωστο. Με ονομάζουν UBIK , αλλά δεν είναι αυτό το όνομα μου. Είμαι. Τώρα και Πάντα. ΣΕΛ 298

27.12.10


Η πόλη και τ' άστρα
ΆΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ
Μετάφραση: Τάσος Ρούσσος
Εκδόσεις: ΚΑΚΤΟΣ
Φοιτήτρια: Βασιλειάδου Ελένη- Τατιανή
Φίλιπ Ντικ, ubiκ, μετάφραση Τίνα Θέου, εκδόσεις Τόπος, 2007

25.12.10


Τίτλος: Σπηλιές από ατσάλι
Συγγραφέας: Ισαάκ Ασίμωφ
Εκδόσεις: Κάκτος
Φοιτήτρια: Ξενάκη Άννα

Στην ταχυλεωφόρο υπήρχε το συνηθισμένο, εντελώς φυσιολογικό πλήθος «ορθίων» στο κατώτερο επίπεδο και «προνομιούχων καθήμενων» στο επάνω. Ένα ασταμάτητο ρεύμα ανθρωπότητας φιλτραριζόταν απ’ την ταχυλεωφόρο, διέσχιζε τις αποταχυνόμενες λουρίδες προς τους τοπικόδρομους ή τρύπωνε στις ακινητοστάσεις που οδηγούσαν κάτω από αψίδες ή πάνω από γέφυρες στους ατέλειωτους λαβύρινθους των Τμημάτων της Πόλης. Ένα άλλο ρεύμα, κι αυτό ασταμάτητο, ερχόταν μέσα απ’ την άλλη πλευρά, διέσχιζε τις επιταχυνόμενες λουρίδες κι έπαιρνε την ταχυλεωφόρο.
Υπήρχαν τα’ ατέλειωτα φώτα: οι φωτεινοί τοίχοι και τα ταβάνια που έμοιαζαν να στάζουν ψυχρό, ομοιόμορφο φωσφορισμό` οι λαμπερές οδηγίες που κραυγαλέα τραβούσαν την προσοχή: οι σκληρές, αδιάπτωτες ανταύγειες των «φωτοσκουληκιών» που οδηγούσαν «ΠΡΟΣ ΤΜΗΜΑΤΑ ΤΖΕΡΣΕΥ», «ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟΞΑ ΠΡΟΣ ΗΣΤ ΡΙΒΕΡ ΑΛΛΕ-ΡΕΤΟΥΡ», «ΣΤΟ ΑΝΩ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΕΙΔΟΥΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΤΜΗΜΑΤΑ ΛΟΝΓΚ ΑΙΛΑΝΝΤ!»
Πάνω απ’ όλα υπήρχε ο θόρυβος που ήταν αδιαχώριστος από τη ζωή: ο ήχος από εκατομμύρια κουβέντες, βήχες, καλέσματα, μουρμουρητά, ανάσες.
Πουθενά καμία οδηγία για τη Διαστημούπολη, σκέφτηκε ο Μπέηλυ.
Περνούσε από λουρίδα σε λουρίδα, με την άνεση μιας ζωής εξάσκησης. Τα παιδιά μάθαιναν να «πηδάνε τις λουρίδες» μόλις μαθαίνανε να περπατάνε. Ο Μπέηλυ ούτε που καταλάβαινε ότι έσκυβε προς τα μπρος ενάντια στη δύναμη. Σε τριάντα δευτερόλεπτα είχε φτάσει την τελευταία λουρίδα των εξήντα μιλίων την ώρα και μπορούσε να επιβιβαστεί στην κρυσταλλοφραγμένη εξέδρα που αποτελούσε την ταχυλεωφόρο.
Καμία οδηγία για τη Διαστημούπολη, σκέφτηκε.
Καμία ανάγκη για οδηγίες. Αν είχες δουλειά εκεί πέρα, ήξερες και το δρόμο. Αν δεν ξέρεις το δρόμο, δεν έχεις καμία δουλειά εκεί πέρα. Όταν πρωτοδημιουργήθηκε η Διαστημούπολη, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, υπήρχε μια έντονη τάση να γίνει αξιοθέατο. Οι ορδές της Πόλης κατευθύνονταν προς τα εκεί.
Οι Διαστημικοί έβαλαν ένα τέλος σ’ αυτό. Ευγενικά (ήταν πάντα τους ευγενικοί), αλλά χωρίς να συμβιβάζονται με το τακτ, ύψωσαν ένα δυναμικό παραπέτασμα ανάμεσα στους εαυτούς τους και την Πόλη.
Σελ.25

Σηκώθηκε στην εξέδρα της ταχυλεωφόρου, προχώρησε μέσα από τις ακινητοστάσεις στη στενή ελικοειδή ράμπα που οδηγούσε στο ανώτερο επίπεδο κι εκεί κάθισε.
….
Ο αέρας άφηνε το χαρακτηριστικό του σφύριγμα καθώς τριβόταν στους κυρτούς ανεμοστάτες που βρίσκονταν ψηλά πάνω από την πλάτη του κάθε καθίσματος. Αυτό μετέτρεπε την κουβέντα σε αλαλαγμό, αλλά δεν εμπόδιζε τη σκέψη όταν το είχες συνηθίσει.
Οι περισσότεροι Γήινοι ήταν Μεσαιωνιστές με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ήταν κάτι πολύ εύκολο όταν σήμαινε να νοσταλγείς μια εποχή που η Γη ήταν ο μοναδικός κόσμος, κι όχι ένας από τους πενήντα. Και μάλιστα ο μόνος απροσάρμοστος από τους πενήντα.
Σελ.28

Η Πόλη τώρα! Η Πόλη της Νέας Υόρκης στην οποία ζούσε και είχε το βιός του. Μεγαλύτερη απ’ οποιαδήποτε άλλη πόλη εκτός από το Λος Άντζελες. Με μεγαλύτερο πληθυσμό εκτός από τη Σαγκάη. Κι ήταν μόνο τριών αιώνων.
….
Η Γη εξαναγκάστηκε στην αποδοτικότητα με την αύξηση του πληθυσμού. Δύο δισεκατομμύρια κάτοικοι, τρία δισεκατομμύρια, ακόμα και τα πέντε δισεκατομμύρια μπορούσαν να συντηρηθούν από τον πλανήτη με την προοδευτική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Όταν όμως έφτασε τα οχτώ δισεκατομμύρια, φάνηκε ότι η κατάσταση που επικρατούσε έπαιρνε τη μορφή λιμού. Μια ουσιαστική αλλαγή έπρεπε να γίνει στην εξέλιξη του ανθρώπου, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ότι ο Έξω Κόσμος (που μέχρι πριν από χίλια χρόνια δεν ήταν τίποτα άλλο από αποικίες της Γης) ήταν τρομερά αυστηρός στις απαγορεύσεις της μετανάστευσης.
Η ουσιαστική αλλαγή ήταν ο τμηματικός σχηματισμός των Πόλεων μέσα στα χίλια χρόνια της ιστορίας της Γης. Η αποδοτικότητα προϋπέθετε μέγεθος. Ακόμα και στους Μεσαιωνικούς χρόνους αυτό είχε γίνει αντιληπτό, ίσως ασυνείδητα. Η εγχώρια βιομηχανία έδωσε τη θέση της στα εργοστάσια και τα εργοστάσια στις ηπειρωτικές βιομηχανίες.
Σκέψου την έλλειψη αποδοτικότητας εκατό χιλιάδων σπιτιών για εκατό χιλιάδες οικογένειες σε σύγκριση με μια εκατοντοχιλιοστή μονάδα κάποιου Τμήματος` μια συλλογή βιβλιοταινιών σε κάθε σπίτι σε σχέση με μια συμπυκνωμένη ταινιοθήκη ενός τμήματος` ένα ανεξάρτητο βίντεο για κάθε οικογένεια σε σύγκριση με τα συστήματα βιντεοκυκλωμάτων.
Με τον ίδιο τρόπο, σκέψου την απλοϊκή τρέλα των ατέλειωτων αντιγράφων κουζίνας και μπάνιου σε σύγκριση με τις τόσο χρήσιμες αίθουσες δείπνου και λουτρού που παρείχε η εξέλιξη της Πόλης.
Όλο και περισσότερο τα χωριά, οι πολίχνες, και οι «πόλεις» της Γης πέθαναν και τις κατάπιαν οι Πόλεις. Ακόμη και οι πρώτες προοπτικές ενός ατομικού πολέμου μονάχα που αργοπόρησαν αυτή την τάση. Με την εφεύρεση του δυναμικού πεδίου, η τάση πήρε τη μορφή ενός ακατάσχετου αγώνα δρόμου.
Πολιτισμός μια Πόλης σήμαινε τον καλύτερο καταμερισμό τροφής, αύξηση της χρήσης της μαγιάς και των υδροπονικών καλλιεργειών. Η Πόλη της Νέας Υόρκης απλωνόταν σε μια έκταση μεγαλύτερη από διακόσια τετραγωνικά μίλια και στην τελευταία απογραφή ο πληθυσμός της περνούσε τα είκοσι εκατομμύρια. Υπήρχαν στη Γη γύρω στις οκτακόσιες Πόλεις, με μέσο πληθυσμό δέκα εκατομμύρια.
Κάθε Πόλη έγινε μια ημιαυτόνομη μονάδα, με οικονομική αυτεπάρκεια. Μπορούσε να στεγαστεί εκεί, ν’ απλωθεί σε έκταση, να χωθεί βαθιά. Κάθε Πόλη έγινε μια σπηλιά από ατσάλι, μια τρομερή, αυτάρκης σπηλιά από ατσάλι και μπετόν.
Μπορούσε να διαμορφωθεί επιστημονικά. Στο κέντρο βρισκόταν το τεράστιο συγκρότημα των διοικητικών γραφείων. Προσεκτικά προσανατολισμένα το ένα σε σχέση με το άλλο και με το σύνολο ήταν τα μεγάλα Τμήματα κατοικιών που τα συνέδεαν και τα δικτύωναν η ταχυλεωφόρος και οι τοπικόδρομοι. Προς τις άκρες ήταν τα εργοστάσια, οι εγκαταστάσεις υδροπονικών καλλιεργειών, οι δεξαμενές καλλιέργειας μαγιάς, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού. Ανάμεσα σ’ όλο αυτό το σύμπλεγμα περνούσαν οι σωλήνες του νερού, οι υπόνομοι, υπήρχαν σχολεία, φυλακές και καταστήματα, γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και οι φορείς των τηλεπικοινωνιών.
….
Ουσιαστικά κανένας, από τον πληθυσμό της Γης, δε ζούσε έξω από τις Πόλεις. Έξω ήταν η ερημιά, ο ανοικτός ουρανός που λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν με την πιο υποτυπώδη ψυχραιμία. Βέβαια, ο ανοιχτός χώρος ήταν χρήσιμος. Κρατούσε το νερό, που ήταν απαραίτητο για τους ανθρώπους, το κάρβουνο και το ξύλο, που ήταν οι απαραίτητες πρώτες ύλες για τα πλαστικά και για τις αιώνια παραγόμενες μαγιές. (Το πετρέλαιο είχε εξαντληθεί από καιρό, αλλά ειδικά γένη μαγιάς, πλούσια σε πετρέλαιο, ήταν το κατάλληλο υποκατάστατο). Το έδαφος ανάμεσα στις Πόλεις περιείχε ακόμα τα ορυχεία, και το εκμεταλλεύονταν ακόμα τώρα περισσότερο απ’ ότι μπορούσαν ν’ αντιληφθούν οι περισσότεροι άνθρωποι, για να καλλιεργούν τροφές και να βόσκουν τα κοπάδια
Σελ.29

Η αστυνομική δύναμη της Πόλης, όπως και μερικοί ανώτεροι λειτουργοί, μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιούν τα ανεξάρτητα περιπολικά στους διαδρόμους της Πόλης ή ακόμη και τους αρχαίους υπόγειους αυτοκινητόδρομους που τώρα απαγορεύονταν στους πεζούς. Υπήρχαν μόνιμες αιτήσεις από τους Φιλελεύθερους να μετατραπούν αυτοί οι αυτοκινητόδρομοι σε παιδικές χαρές, σε καινούριες περιοχές καταστημάτων, ή σε προεκτάσεις ταχυλεωφόρων ή τοπικόδρομων.
….
Ο Μπέηλυ είχε ταξιδέψει πολλές φορές στη ζωή του με αυτοκινητόδρομους, όμως η προσβλητική ερημιά τους πάντα τον στεναχωρούσε. Έμοιαζαν να βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακριά από το ζεστό, ζωντανό σφυγμό της Πόλης. Ο αυτοκινητόδρομος απλωνόταν τώρα σαν ένα τυφλό κι άδειο σκουλήκι μπροστά στα μάτια του, καθώς καθόταν στον έλεγχο του περιπολικού. Ανοιγόταν συνέχεια σε καινούριες εκτάσεις καθώς έστριβε από τη μια άνετη καμπή ή την άλλη. Πίσω του, το ήξερε χωρίς να κοιτάξει, ένα άλλο τυφλό κι αδειανό σκουλήκι συστελλόταν κι έκλεινε συνέχεια. Ο αυτοκινητόδρομος ήταν καλοφωτισμένος, όμως ο φωτισμός δεν είχε κανένα νόημα στη σιγή και την ερημιά.
Σελ. 93

Βρισκόταν πάλι σ’ ένα διάδρομο, όμως υπήρχε κάτι το αλλόκοτο γύρω του. Επάνω ψηλά, το φως είχε μια παράξενη ποιότητα. Ένιωσε ένα ρεύμα αέρα ενάντια στο πρόσωπό του και, αυτόματα, σκέφτηκε ότι θα πέρασε κανένα περιπολικό.
Ο Ρ. Ντανηήλ θα πρέπει να διάβασε την ανησυχία του στο πρόσωπό του. Είπε: «Ουσιαστικά, τώρα βρισκόμαστε στον ανοιχτό αέρα, Ηλάια. Δεν υπάρχει κλιματισμός.»
Σελ. 99

Άλλα, χειρότερα ακολούθησαν. Ο διάδρομος άνοιγε σε μια γαλαζιότητα κι όπως πλησίαζαν την άκρη του, ένα δυνατό άσπρο φως τους έλουσε. Ο Μπέηλυ είχε ξαναδεί το φως του ήλιου. Είχε πάει σ’ ένα Σολάριουμ μια φορά, για μια επαγγελματική υπόθεση. Όμως εκεί, ένα προστατευτικό κρύσταλλο περικλείνει το χώρο και η εικόνα του ήλιου διαχύνεται σε μια γενική ανταύγεια. Εδώ, όλα ήταν ανοιχτά.
Σελ. 100

Αργά, το περιπολικό τους κύλισε στη λουρίδα των οχημάτων. Η πραγματικότητα ξεπηδούσε από παντού ολόγυρα στον Μπέηλυ. Ο εκρηκτήρας του ήταν βαρύς και ζεστός πάνω στο γοφό του, δίνοντάς του σιγουριά` ο θόρυβος και ο παλμός της ζωής της Πόλης ήταν άλλο τόσο ζεστός και του έδινε άλλη τόση σιγουριά.
Για μια στιγμή, καθώς η Πόλη έκλεινε από πάνω του, η μύτη του τρεμόπαιξε σε μια σύντομη και φευγαλέα ξινίλα.
Σκέφτηκε απορημένος: Η Πόλη βρωμάει.
Σκέφτηκε τα είκοσι εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα παστωμένα μέσα στ’ ατσάλινα τείχη της μεγάλης σπηλιάς και για πρώτη φορά στη ζωή του, τα μύρισε με ρουθούνια που είχαν καθαριστεί απ’ τον αέρα της υπαίθρου.
Αναλογίστηκε: Μήπως θα είναι διαφορετικά σ’ έναν άλλο κόσμο; Λιγότεροι άνθρωποι και πιο πολύς αέρας-πιο καθαρός;
Όμως ο απογευματινός ορυμαγδός της Πόλης τους κύκλωνε, η μυρωδιά έσβησε και χάθηκε, κι ένιωσε να ντρέπεται λιγάκι για τον εαυτό του.
Σελ. 133

Το περιπολικό βιράρισε στη μια πλευρά και σταμάτησε δίπλα στον απρόσωπο μπετονένιο τοίχο του αυτοκινητόδρομου. Όπως σταμάτησε το μουρμουρητό της μηχανής του, η σιωπή ήταν απόλυτη κι έντονη.
….
Κάποιο ανεξάρτητο τμήμα του εγκεφάλου του Μπέηλυ αναρωτήθηκε αν βρισκόταν πια κανένας άνθρωπος που να γνώριζε καλά όλους τους αυτοκινητόδρομους που περιπλέκονταν στα έγκατα της Πόλης της Νέας Υόρκης! Δεν υπήρχε καμία στιγμή, μέρα ή νύχτα, που ολόκληρο το σύστημα των αυτοκινητοδρόμων να ήταν απόλυτα άδειο, κι όμως θα υπήρχαν μερικά ανεξάρτητα περάσματα που κανένας άνθρωπος δε θα είχε εισχωρήσει για χρόνια.
Σελ.135

Τα τμήματα κουζίνας ήταν ίδια σ’ ολόκληρη την Πόλη. Κι ακόμη, ο Μπέηλυ που είχε ταξιδέψει για δουλειές στην Ουάσινγκτον, στο Τορόντο, το Λος Άντζελες, το Λονδίνο, τη Βουδαπέστη, τις βρήκε κι εκεί ίδιες κι απαράλλαχτες. Ίσως να ήταν διαφορετικές στους Μεσαιωνικούς χρόνους, όταν οι γλώσσες ήταν διαφορετικές και η διαιτητική επίσης. Σήμερα, τα προϊόντα της μαγιάς ήταν ίδια από τη Σαγκάη στην Τασκένδη κι από την Ουίννιπεγκ στο Μπουένος Άιρες και τα αγγλικά μπορεί να μην ήταν τα «αγγλικά» του Σαίξπηρ ή του Τσόρτσιλ, ήταν όμως το τελικό μίγμα που μιλίοτανε σ’ όλες τις ηπείρους καθώς και, με μερικές παραλλαγές, στους Εξωτερικούς Κόσμους επίσης.
Αν, όμως παραμέριζες τη γλώσσα και τη διαιτητική, υπήρχαν οι χαρακτηριστικότερες ομοιότητες. Υπήρχε πάντα εκείνη η ειδική μυρωδιά, απροσδιόριστη αλλά τόσο χαρακτηριστική της «κουζίνας». Υπήρχε η τριπλή ουρά που προχωρούσε αργά, ενωνόταν στην πόρτα και μετά χωριζόταν πάλι, δεξιά, αριστερά, κέντρο. Υπήρχε η βοή που δημιουργούσε η ανθρωπότητα μιλώντας και προχωρώντας, κι ο κοφτός θόρυβος που έκανε το πλαστικό πάνω στο πλαστικό. Υπήρχε η λάμψη της απομίμησης του ξύλου, καλογυαλισμένου, η ανταύγεια των φώτων πάνω στα κρύσταλλα, τα μακριά τραπέζια, μια ιδέα από ατμό στον αέρα.
Σελ.145

Όχι, μια σίγουρη εξέγερση θα έπρεπε να έχει σχεδιαστεί για τις λεωφόρους της Πόλης, σε κάποιο σχετικά στενό πέρασμα. Ο πανικός και η υστερία δε θα αναπτύσσονταν γρήγορα ανάμεσα στα στενώματα και θα υπήρχε χρόνος για μια σβέλτα, προετοιμασμένη εξαφάνιση μέσα από τα σοκάκια, ή το απαρατήρητο ανέβασμα σ’ ένα κλιμακωτό τοπικόδρομο, που θα τους μετέφερε σ’ ένα ψηλότερο επίπεδο κι από εκεί θα χανόντουσαν.
Σελ.153

Βγήκαν πάλι σ’ ένα τοπικόδρομο και σα σβούρα πέρασαν τις λουρίδες μέχρι που με θόρυβο έφτασαν σε μια είσοδο, μεγάλη κι επιβλητική στην όψη.
Σελ.159

Ο Μπέηλυ έβλεπε την εικόνα μιας Γης με απεριόριστη ενέργεια. Ο πληθυσμός θα μπορούσε να συνεχίζει την αύξησή του. Τα αγροκτήματα μαγιάς θα μπορούσαν να εξαπλώνονται, η υδροπονική καλλιέργεια να γίνει πιο έντονη. Το μόνο απαραίτητο πράγμα ήταν η ενέργεια. Οι πρώτες ύλες θα μπορούσαν να μεταφερθούνε από τους ακατοίκητους βράχους του Συστήματος. Αν ποτέ το νερό δημιουργούσε προβλήματα, θα μπορούσαν να μεταφέρουν όσο χρειάζεται από τα φεγγάρια του Δία. Διάβολε, οι ωκεανοί, θα μπορούσαν να παγώσουν τους ωκεανούς, να τους τραβήξουν έξω στο διάστημα κι εκεί να περικυκλώνουν τη Γη σα φεγγαράκια από πάγο. Εκεί θα’ μεναν, πάντοτε έτοιμοι για χρησιμοποίηση, ενώ οι βυθοί των ωκεανών θα πρόσφεραν περισσότερη γη για εκμετάλλευση, περισσότερο χώρο για να ζήσει κανείς. Ακόμη κι ο άνθρακας και το οξυγόνο μπορούσαν να συντηρηθούν και ν’ αυξηθούνε στη Γη, αν μεταχειρίζονταν την ατμόσφαιρα μεθανίου του Τιτάνα και το παγωμένο οξυγόνο του Ούμπριελ.
Σελ.191

Μαγιά-τάουν δεν ήταν το επίσημο όνομα καμιάς γειτονιάς της Πόλης της Νέας Υόρκης. Δεν μπορούσε να το βρει κανείς σε κανένα άτλαντα ή αστυνομικό χάρτη. Αυτό που στη λαϊκή γλώσσα λεγόταν Μαγιά-τάουν ήταν, για το Ταχυδρομείο, μονάχα οι περιοχές του Νιούαρκ, του Νιου Μπρούνσβικ και του Τρέντον. Ήταν μια φαρδιά λουρίδα κατά μήκος της περιοχής, που στους Μεσαιωνικούς χρόνους λεγόταν Νιού Τζέρσεϋ, διάστικτη με κατοικημένες εκτάσεις, ιδιαίτερα στο Νιούαρκ Σέντερ και στο Τρέντον Σέντερ που, όμως, το μεγαλύτερο μέρος της είχε δοθεί στα πολυώροφα αγροκτήματα στα οποία φυτεύονταν και αυξάνονταν χιλιάδες ποικιλίες μαγιάς.
Σελ.217

23.12.10




Τίτλος: The island
Συγγραφέας: Peter Watts
Φοιτήτρια: Μπούρου Ελένη
Το διαβάζω μόλις καταληξω θα ανεβάσω τα αποσπάσματα.

Ringworld - Larry Niven

Ξεκίνησα να το διαβάζω. Μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα που έχω συναντήσει ως τώρα...
(σε δική μου μετάφραση από αγγλικά μέχρι να μου έρθει στα ελληνικά)


«Προσγειώθηκε και κατέβηκε δίπλα σε ένα από τα φυτά. Το φυτό υψωνόταν 30 εκατοστά πάνω σε ένα χοντρό πράσινο κοτσάνι. Το μοναδικό του άνθος ήταν τόσο μεγάλο όσο το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Το πίσω μέρος του άνθους ήταν ινώδες σαν να ήταν δεμένο με φλέβες και τένοντες. Η εσωτερική του επιφάνεια ήταν ένας λείος κοίλος καθρέπτης. Από το κέντρο του εξείχε ένα κοντό κοτσάνι που κατέληγε σε ένα σκούρο πράσινο βολβό.»




«Κύκλωσαν ξανά το κάστρο, ψάχνοντας για ανοίγματα. Υπήρχαν παράθυρα, σε όλα τα σχήματα, τετράγωνα και οκτάγωνα και φυσαλίδες και χοντροί υαλοπίνακες στο πάτωμα - όμως όλα ήταν κλειστά. Βρήκαν μια αποβάθρα για ιπτάμενα οχήματα, με μια μεγάλη πόρτα που ήταν χτισμένη σαν ανοιγόμενη γέφυρα για να λειτουργεί ως ράμπα προσγείωσης. Αλλά όπως και με τις γέφυρες η πόρτα ήταν σηκωμένη και κλειστή. Βρήκαν μερικές κυλιόμενες σκάλες 30 μέτρων να κρέμονται σαν ελατήριο κρεβατιού από τη χαμηλότερη άκρη του κάστρου. Το κάτω του μέρος έφτανε στο κενό. Κάποια δύναμη το είχε στρέψει μακριά. Η κορυφή του ήταν μια κλειδωμένη πόρτα.»




«Πέρα από έναν άσπρο και βαρετό ουρανό, στην πόλη κυριαρχούσαν γκρίζα χρώματα. Τα περισσότερα κτίρια ήταν ψηλά, όμως μερικά ήταν τόσο ψηλά που έκανα τα υπόλοιπα να μοιάζουν με νάνους - ψηλότερα μερικά ακόμα και από το κάτω μέρος του πλωτού κάστρου.»





22.12.10

ΤΙΤΛΟΣ: I, ROBOT

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ISAAC ASIMOV

σύντομα θα ανεβάσω τα επιλεγμένα κομμάτια...















Τίτλος: The Day of the Triffids (Η Ώρα των Τριφίδων)
Συγγραφέας: John Wyndham
Εκδόσεις: Penguin Books Ltd

Έτος Έκδοσης: 1954
Φοιτήτρια: Παπαβασιλείου Χριστιάνα





Γενικά:

Πρωταγωνιστής είναι ο Bill Masen, ένας Άγγλος που έχει ζήσει δουλεύοντας με τις τριφίδες, φυτά ικανά επιθετικής και φαινομενικά ευφυούς συμπεριφοράς: είναι σε θέση να κινούνται στα τρία τους «πόδια», φαίνεται να επικοινωνούν το ένα με το άλλο και κατέχουν ένα θανάσιμο δηλητηριώδες τσίμπημα που τους επιτρέπει να σκοτώνουν και να τρέφονται με τα σάπια θύματά τους. Το βιβλίο υπονοεί ότι ήταν στη Σοβιετική Ένωση και έπειτα τυχαία απελευθερώθηκαν στις άγριες περιοχές όταν καταρρίφθηκε ένα αεροπλάνο που έφερνε τους σπόρους τους. Οι τριφίδες αρχίζουν να αναπτύσσονται σε όλο τον κόσμο, και τα εκχυλίσματά τους αποδεικνύονται ανώτερα από τα υπάρχοντα φυτικά έλαια. Το αποτέλεσμα είναι παγκόσμια καλλιέργεια τριφίδων.

Η πόλη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν περιγράφεται τόσο από τα κτήρια ή το γενικότερο σχεδιασμό της αλλά από τους ήχους που την χαρακτηρίζουν (φυσικούς ή μη ) και που ξαφνικά σταματούν να υπάρχουν. Άνθρωποι χάνουν την όρασή τους, με την άφιξη των τριφίδων και εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε αυτόν που βλέπει. Τα φυτά έχουν πλέον ανθρώπινα χαρακτηριστικά: βλέπουν, παρατηρούν, ακούνε, καταλαβαίνουν, επικοινωνούν…


Αποσπάσματα:

Όταν μια μέρα που ξέρεις ότι είναι Τετάρτη ξεκινά με κυριακάτικους ήχους, κάτι σοβαρό συμβαίνει. (σελ.7)

When a day that you happen to know is Wednesday starts off by sounding like Sunday, there is something seriously wrong somewhere.

[…]

Η μέρα έξω, συνειδητοποίησα τώρα, ηχούσε πιο λανθασμένα απ’ότι νόμιζα. Οι θόρυβοι που έκανε, ή απέτυχε να κάνει, ήταν περισσότερο σαν την Κυριακή από την ίδια την Κυριακή και θα κατέληγα ξανά όντας απολύτως σίγουρος ότι ήταν Τετάρτη, οτιδήποτε άλλο και αν της είχε συμβεί. (σελ 8)

The day outside, I realized now, was sounding even more wrong than I had thought. The noises it made, or failed to make, were more like Sunday than Sunday itself-and I’d come round again to being absolutely assured that it was Wednesday, whatever else happened to it

[…]

Αλλά αυτό το πρωινό ήταν διαφορετικό. Ενοχλητικά διαφορετικό γιατί ήταν μυστηριώδες. Καμία ρόδα δεν βροντούσε, κανένα λεωφορείο δεν μούγκριζε , κανένας ήχος αυτοκινήτου οποιουδήποτε είδους, στην πραγματικότητα, δεν ακουγόταν. Κανένα σπάσιμο, καμία κόρνα, ούτε ακόμα και ο ήχος από το βάδισμα των λίγων σπάνιων αλόγων που ακόμα περιστασιακά περνούσαν. Ούτε, δεδομένου ότι θα έπρεπε να υπάρχει μια τέτοια ώρα, το σύνθετο βαρύ βήμα ανθρώπων που πήγαιναν στη δουλειά.
Όσο πιο πολύ άκουγα, τόσο πιο περίεργα ήταν-και τόσο λιγότερο με ένοιαζε. Μέσα σε δέκα λεπτά προσεκτικής ακρόασης άκουσα πέντε σειρές συρτών διστακτικών βημάτων, τρεις φωνές να κραυγάζουν ακατανόητα σε απόσταση και τα υστερικά αναφιλητά μιας γυναίκας. Δεν ακουγόταν ούτε το κακάβισμα του περιστεριού, ούτε το τιτίβισμα του σπουργιτιού. Τίποτα εκτός από το βουητό των καλωδίων στον αέρα. (σελ.9)

But this morning was different. Disturbingly because mysteriously different. No wheels rumbled, no buses roared, no sound of a car of any kind, in fact, was to be heard. No breaks, no horns, not even the clopping of the few rare horses that still occasionally passed. Nor, as there should be at such an hour, the composite tramp of work-bound feet.
The more I listened, the queerer it seemed - and the less I cared for it. In what I reckoned to be ten minutes of careful listening I heard five sets of shuffling , hesitating footsteps, three voices bawling unintelligibly in the distance, and the hysterical sobs of a woman. There was not the cooing of a pigeon, not the chirp of a sparrow. Nothing but the humming of wires in the wind…

[…]

“Eεε!”Φώναξα. “Θέλω πρωινό. Δωμάτιο σαράντα οκτώ!”( σελ.11)

“Hey!” I shouted. “ I want some breakfast. Room forty eight!”

Για μια στιγμή τίποτα δεν συνέβη. Μετά ήρθαν φωνές που φώναζαν όλες μαζί […] Αυτές οι φωνές απλά δεν μου ηχούσαν κανονικά. Έκλεισα την πόρτα βιαστικά στη χάβρα, και ψηλάφησα το δρόμο μου πίσω στο κρεβάτι. Εκείνη τη στιγμή το κρεβάτι φάνηκε να είναι το μόνο ασφαλές, παρήγορο πράγμα σε ολόκληρο το μπερδεμένο περιβάλλον μου. (σελ.11)

For a moment nothing happened. Then came voices all shouting together […] those voices simply didn’t sound normal to me. I closed the door hurriedly on the babel, and groped my way back to bed. At that moment bed seemed to be the one safe, comforting thing in my whole baffling environment.

[…]

“Ο ουρανός είναι γεμάτος από αστέρια που πέφτουν” είπε. “όλα λαμπερά πράσινα. Κάνουν τα πρόσωπα των ανθρώπων να φαίνονται τρομερά φρικτά. Όλοι είναι έξω και τα κοιτάζουν και μερικές φορές είναι τόσο φωτεινά όσο τη μέρα-μόνο με λάθος χρώμα. (σελ.13)

“The sky’s simply full of shooting stars” she said. “all bright green. They make people’s faces look frightfully ghastly. Everybody’s out watching them and sometimes it’s almost as light as day-only all the wrong colour.

[…]

Προς καμία κατεύθυνση δεν υπήρξε οποιαδήποτε κυκλοφορία, ούτε οποιοσδήποτε ήχος της. Τα μόνα σημάδια ζωής ήταν μερικοί άνθρωποι εδώ και εκεί ψηλαφίζοντας προσεκτικά την πορεία τους κατά μήκος των όψεων των καταστημάτων. (σελ.52)

In no direction was there any traffic, nor any sound of it. The only signs of life were a few people here and there cautiously groping their ways along shop-fronts.

[…]

Και όμως, υπήρχαν τα καταστήματα, άδεια και αφύλακτα, με τα τρόφιμα στα παράθυρα-και εδώ ήμουν, πεινασμένος και με τρόπο να πληρώσω-ή, εάν δεν επιθυμούσα να πληρώσω, έπρεπε μόνο να σπάσω ένα παράθυρο και να πάρω αυτό που ήθελα. (σελ.52)

And yet, there were the shops, untenanted and unguarded, with food in the windows-and here was I, with hunger and the means to pay-or, if I did not wish to pay, I had only to smash a window and take what I wanted.

[…]

Όταν τελείωσα να τρώω άναψα ένα τσιγάρο. Ενώ κάθισα εκεί να το καπνίσω , αναρωτώντας πού πρέπει να πάω, και τί πρέπει να κάνω, η ηρεμία έσπασε από τον ήχο ενός πιάνου παιγμένο κάπου σε μια πολυκατοικία που είχε θέα στον κήπο. Σε λίγο η φωνή ενός κοριτσιού άρχισε να τραγουδά. (σελ.54)

When I had finished eating I lit a cigarette. While I sat there smoking it, wondering where I should go, and what I should do, the quiet was broken by the sound of a piano played somewhere in a block of apartments that overlooked the garden. Presently a girl’s voice began to sing.

[…]

Μερικά εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και φορτηγά στάθηκαν στους δρόμους. Πολύ λίγα, φαίνεται, ήταν σε κίνηση όταν οι οδηγοί έχασαν τον έλεγχο. Ένα λεωφορείο είχε διανύσει το μονοπάτι και είχε έρθει να αράξει στο Γκρην Παρκ: ένα άλογο που είχε δραπετεύσει με τα ξύλα από τι κάρο ακόμα πάνω του στεκόταν δίπλα στο μνημείο πυροβολικού πάνω στο οποίο είχε ραγίσει το κρανίο του. Τα μόνα κινούμενα πράγματα ήταν μερικοί άνδρες και ένας μικρότερος αριθμός γυναικών που ένιωθαν την πορεία τους προσεκτικά με τα χέρια και τα πόδια όπου υπήρχαν κιγκλιδώματα, και προχωρώντας προς τα εμπρός με προσεχτικά τεντωμένα χέρια όπου δεν υπήρχαν. Επίσης, και μάλλον απροσδόκητα, υπήρχαν μία ή δύο γάτες, προφανώς άθικτες οπτικά, και μεταχειριζόμενες ολόκληρη την κατάσταση με εκείνη την αυτοκυριαρχία κοινή για τις γάτες. Στάθηκαν άτυχες αναζητώντας μέσα στη μυστηριώδη ησυχία - τα σπουργίτια ήταν λίγα, και τα περιστέρια είχαν εξαφανιστεί. (σελ.55)

A few derelict cars and lorries stood about on the roads. Very little, it seemed, had gone out of control when it was in motion. One bus had run across the path and come to rest in the Green Park; a runaway horse with shafts still attached to it lay beside the artillery memorial against which it had cracked its skull. The only moving things were a few men and a lesser number of women feeling their way carefully with hands and feet where there were railings, and shuffling forward with protectively outstretched arms where there were not. Also, and rather unexpectedly, there were one or two cats, apparently intact visually, and treating the whole situation with that self-possession common to cats. They had poor luck prowling through the eerie quietness – the sparrows were few, and the pigeons had vanished

[…]

Το Πικαντίλυ Σέρκους ήταν η πιο πολυσύχναστη περιοχή που είχα βρει μέχρι τότε. Μου φάνηκε πηγμένη μετά τα άλλα μέρη, παρόλο που θα πρέπει να υπήρχαν λιγότερο από εκατό άνθρωποι, το πολύ-πολύ. Οι περισσότεροι φορούσαν περίεργα, αταίριαστα ρούχα και πηγαινοέρχονταν ακατάπαυστα σαν μισοναρκωμένοι. (σελ.57)

Piccadilly Circus was the most populous place I had found so far. It seemed crowded after the rest, though there were probably less than a hundred people there, all told. Mostly they were wearing queer, ill-assorted clothes, and were prowling restlessly around as though still semi-dazed.

[…]

Ζοφερό και παράφωνο, σερνόταν μέσα από τους άδειους δρόμους, αντιλαλώντας ανατριχιαστικά πέρα-δώθε. Όλα τα κεφάλια στην πλατεία γύριζαν πότε αριστερά, πότε δεξιά, προσπαθώντας να ανακαλύψουν την προέλευσή του.[…] και σαν συνοδεία ακουγόταν ένα σούρσιμο ποδιών σε σχεδόν κανονικό ρυθμό. (σελ.58)

Dreary and untuneful, it slurred through the empty streets, echoingdismally back and forth. Every head in the Circus was turning now left, now right, trying to place its direction. […] And as an accompaniment to it there was the shuffle of feet more or less in step.

[…]

Συνεχόμενες συγκρούσεις πραγματοποιήθηκαν στα πεζοδρόμια και τις στενές οδούς, και η σύγχυση εκείνων που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα έγινε χειρότερη από τη συστάδα των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν μπροστά από τα τώρα συχνά σπασμένα παράθυρα καταστημάτων . Κανένας από εκείνους που φώναζαν εκεί δεν φάνηκε να είναι αρκετά βέβαιος για το τι είδους κατάστημα αντίκριζε. Μερικοί μπροστά επιδίωξαν να ανακαλύψουν ψηλαφίζοντας οποιαδήποτε αναγνωρίσιμα αντικείμενα: άλλοι, διατρέχοντας τον κίνδυνο να ξεκοιλιαστούν από μόνιμα θραύσματα γυαλιού, ακόμα πιο αποφασιστικά πήδηξαν μέσα. (σελ.62)

Constant collisions took place on the pavements and in the narrow streets, and the confusion of those who were trying to get along was made worse by knots of people clustering in front of the now frequently broken shop windows. None of those who crowed there seemed to be quite sure what kind of shop they were facing. Some in the front sought to find out by groping for any recognizable objects; others, taking the risk of disemboweling themselves on standing splinters of glass, more enterprisingly climbed inside.


[…]

Το μέλλον εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν μια επιλογή μεταξύ μιας μοναχικής ύπαρξης, πάντα με το φόβο της σύλληψης, ή της συγκέντρωσης μιας επιλεγμένης ομάδας στην οποία θα μπορούσαμε να στηριχθούμε για να μας προστατεύσει από άλλες ομάδες. Θα παίρναμε το ρόλο ενός ηγέτη και συγχρόνως ενός φυλακισμένου –και μαζί με αυτό μια δυσάρεστη εικόνα αιματηρών πολέμων συμμοριών που διεξάγονταν για την κατοχή μας. (σελ.72)

The future seemed to me at that time a choice between a lonely existence, always in fear of capture, or of gathering together a selected group which we could rely on to protect us from other groups. We’d be filling a kind of leader-cum prisoner role-and along with it went a nasty picture of bloody gang wars being fought for possession of us.

[…]

Ήταν μια ανακούφιση να φύγεις από τους δρόμους και να φτάσεις σε έναν ανοιχτό χώρο - και σε ένα όπου δεν υπήρχαν άτυχοι άνθρωποι που περιπλανιόντουσαν και ψηλάφιζαν. Τα μόνα κινούμενα πράγματα που μπορούσαμε να δούμε στη μεγάλη έκταση γρασιδιού ήταν δύο ή τρεις μικρές ομάδες από τριφίδες που όδευαν προς τα νότια. (σελ.73)

It was a relief to get out of the streets and reach an open space – and one where there were no unfortunate people wandering and groping. The only moving things we could see on the broad stretches of grass were two or three little groups of triffids lurching southwards.

[…]

Είχαμε στρίψει σε μια γωνία όπου και είδαμε τον δρόμο εβδομήντα γιάρδες μπροστά από μας γεμάτο με ανθρώπους. Έρχονταν προς τα πάνω μας σκοντάφτοντας με τα χέρια τους τεντωμένα μπροστά τους. Ανακατεμένα κλάματα και κραυγές έρχονταν από αυτούς. Ακόμη και όταν τους είδαμε, μια γυναίκα μπροστά σκόνταψε και έπεσε: άλλοι έπεσαν πάνω της, και χάθηκε κάτω από ένα σωρό κλωτσιών και πάλης. Πέρα από τον όχλο, είχαμε μια αναλαμπή για την αιτία όλων αυτών: τρεις με σκούρα φύλλα μίσχοι που ταλαντεύονταν πέρα από τα πανικόβλητα κεφάλια. Επιτάχυνα, και μπήκα σε ένα παράδρομο. (σελ.79)

We had turned a corner to see the street seventy yards ahead of us filled with people. They were coming toward us at a stumbling run, with their arms outstretched before them. A mingled crying and screaming came from them. Even as we turned into sight of them, a woman at the front tripped and fell; others tumbled over her, and she disappeared beneath a kicking, struggling heap. Beyond the mob, we had a glimpse of the cause of it all; three dark-leaved stalks swaying over the panic-stricken heads. I accelerated, and swung off into a by-road

[…]

Η Josella γύρισε με τρομοκρατημένο το πρόσωπο.

Josella turned a terrified face.

“ Είδες τι ήταν αυτό; Τους κυνηγούσαν. ”

“Did-did you see what that was? They were driving them.”

“Ναι,” είπα. “Γι’αυτό πηγαίνουμε στο Clerkenwell. Υπάρχει ένα μέρος εκεί που κάνει τα καλύτερα όπλα και μάσκες στον κόσμο.”

“Yes,” I said. “That’s why we are going to Clerkenwell. There’s a place there that makes the best triffid-guns and masks in the world.”

[…]

Η Josella δεν είπε τίποτα. Ξάπλωσε κοιτάζοντας προς τα πάνω με ένα απόμακρο βλέμμα στα μάτια της. Σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσα να μαντέψω αυτό που περνούσε από το μυαλό της, αλλά δεν είπα τίποτα. Δεν μίλησε για λίγο ενώ, μετά είπε: “Ξέρεις, ένα από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα είναι να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολα χάσαμε έναν κόσμο που φαινόταν τόσο ασφαλής και σίγουρος.”
(σελ. 113)

Josella made no answer. She lay facing upwards with a faraway look in her eyes. I thought perhaps I could guess something of what was passing in her mind, but I said nothing. She did not speak for a little while, then she said: “You know, one of the most shocking things about it is to realize how easily we have lost a world that seemed so safe and certain


[…]

Δεν θα ήταν καθόλου καλό. Όλες οι τριφίδες που το άκουσαν έρχονται εδώ τώρα. Σε περίπου δέκα λεπτά θα σταματήσουν και θα ακούσουν. Εάν βρίσκονται αρκετά κοντά ώστε να ακούσουν αυτά που κάνουν θόρυβο κοντά στον φράκτη, θα προχωρήσουν. Ή εάν είναι πάρα πολύ μακριά για αυτό, αλλά κάνουμε έναν άλλο θόρυβο, θα έρθουν. Αλλά εάν δεν μπορούν να ακούσουν τίποτα καθόλου, θα περιμένουν λίγο, και έπειτα θα συνεχίσουν οπουδήποτε πήγαιναν πριν. (σελ.235)

It wouldn’t be any good. All the triffids that heard it are coming this way now. In about ten minutes they’ll stop and listen. If they’re near enough then to hear the ones by the fence clattering, they’ll come on. Or if they’re too far away for that, but we make another noise, then they’ll come. But if they can’t hear anything at all, they’ll wait a bit, and then just go on wherever they were going before

[…]

“Θα αναπτυχθούν σχεδόν οπουδήποτε, και ήταν αρκετά προσοδοφόρες. Δεν φάνηκαν να είναι τόσες πολλές όταν περιφράχτηκαν στα αγροκτήματα και τους βρεφικούς σταθμούς. Ωστόσο, κρίνοντας από την ποσότητα εδώ γύρω, πρέπει να υπάρχουν ολόκληρες εκτάσεις γης απαλλαγμένες από αυτές τώρα.” (σελ.255)

“ They’ll grow practically anywhere, and they were pretty profitable। There didn’t seem to be so many when they were penned up in farms and nurseries। All the same, judging from the amount round here, there must be whole tracts of country practically free of them now.”


Λίστα με στοιχεία που περιγράφουν την πόλη:

Άδεια και αφύλακτα καταστήματα

Πολυκατοικία που είχε θέα στον κήπο

Εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και φορτηγά στους δρόμους

Γκρην Παρκ

Πικαντίλυ Σέρκους

Πεζοδρόμια και στενές οδοί

Θραύσματα γυαλιού

Ανοιχτός χώρος

Έκταση γρασιδιού

Δρόμος εξήντα μέτρα γεμάτος με ανθρώπους